Jean – Luc Marion, Ο Θεός χωρίς το Είναι

Σχολιάστε

b183779

Jean – Luc Marion,  Ο Θεός χωρίς το Είναι, μετάφραση: Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-435-367-5.

Αναδημοσίευση της κριτικής του π. Ευαγγέλου Γκανά (αρχική δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η ελευθερία στη θεολογία δικαίως μας τρομάζει

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

Η πρώτη φράση του Ζαν Λυκ Μαριόν από το βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» (σε ιδιαίτερα επιμελημένη μετάφραση του Χρήστου Μαρσέλλου) στοιχειώνει τη φαντασία του φιλοσόφου και του θεολόγου εξίσου: «Θα έπρεπε να ομολογήσουμε κάποτε ότι η θεολογία, από όλες τις μορφές γραφής, είναι εκείνη που προκαλεί μάλλον τη μεγαλύτερη απόλαυση. Μάλιστα όχι την απόλαυση του κειμένου, αλλά την απόλαυση -εκτός αν πούμε ήδη τη χαρά- που αισθάνεται κανείς όταν το υπερβαίνει: πηγαίνοντας από τα verba στο Verbum». Από το πλήθος των τεκμηρίων που προσκομίζει το πυκνό και γόνιμο αυτό δοκίμιο εις επίρρωσιν του παραπάνω ισχυρισμού θα αρκεστώ σε τρία.

Πέρα από τη μεταφυσική

Το πρώτο μέλημα του Μαριόν είναι να καταστήσει προβληματικό το προφανές, αυτό στο οποίο συμφωνούν τόσο οι παλαιοί μεταφυσικοί όσο και ορισμένοι σύγχρονοι νεοθωμιστές: ότι ο Θεός, πριν από οτιδήποτε άλλο οφείλει να είναι. Επικαλούμενος μια γνωστή ρήση του Χάιντεγκερ, ο Μαριόν μας λέει πως σε έναν Θεό που νοείται ως αιτία του εαυτού τoυ (causa sui) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, δεν μπορεί να πέσει στα γόνατα περιδεής, προσφέροντας αίνο και λατρεία. Θεϊσμός και αθεϊσμός μάχονται αενάως ως αντίπαλοι, αν και στην πραγματικότητα είναι αδελφοί-εχθροί: κοινή τους μήτρα η ανυπέρβλητη ειδωλολατρία. Αντιθέτως ο χριστιανισμός σκέπτεται τον Θεό βάσει του ίδιου του Θεού και μόνο, στο μέτρο που Αυτός αποκαλύπτεται. Για την αρχαία χριστιανική πίστη η φιλοσοφία ήταν μωρία. Αυτό δεν φανερώνει γνωσιοθεωρητική αλαζονεία, αλλά την πεποίθηση ότι η θεολογία καθίσταται η ίδια μωρία αν δεχθεί ως αναγκαία θεραπαινίδα της τη φιλοσοφία. Η θεολογία δεν αφορά τον Θεό, αλλά το γεγονός της πίστης στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό.

Η επιδίωξη της ισχύος πλάθει «θεούς», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που η παρουσία των «θεών» καταλήγει κοινότοπη και οδηγεί τον άνθρωπο στη δυσφορία και τους «θεούς» στο λυκόφως τους. Ομως ταυτόχρονα, κάθε στιγμή της ζωής, η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί και παράγει νέους «θεούς», όσο και αν δυσφορεί για τους παλαιούς. Η επιδίωξη της ισχύος δεν παύει να επιθυμεί τον εαυτό της και αυτό ισχύει τόσο όταν παράγει «θεούς» όσο κι όταν τους αποκαθηλώνει από το βάθρο τους. Επιδίωξη της ισχύος και μεταφυσική αλληλοπεριχωρούνται.

Στη διαπίστωση του Τσέλαν πως κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα, ο Μαριόν αντιτείνει ότι ο χριστιανός δεν μαρτυρείται τέτοιος λέγοντας μόνος του ότι είναι χριστιανός, αλλά περιμένει από τον Ιησού να επιβεβαιώσει την απόφανση αυτή. Η ομολογία προϋποθέτει την πίστη ότι ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Κύριος. Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, διαρκώς παρών με τις ενέργειές του και ότι ο ομολογών έχει πραγματικά αναδημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Χριστού. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση, ένα χάσμα, ανάμεσα στην ομολογία, όπου το εγώ λέει υπερβολικά πολλά, και την μαρτυρία, οπού το εγώ αφήνεται σιωπηλά στην ενατένιση της δόξας του Ιησού.

Η μαρτυρία αυτή καθιστά συχνά τους χριστιανούς μειοψηφία υπό διωγμό. Ετσι ξαναβρίσκουμε τον συσχετισμό ομολογίας και μαρτυρίου. Σε αυτόν που ομολογεί, το μαρτύριο δίνει, όπως στην περίπτωση του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τη χάρη να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου η ομολογία πίστεως είναι απολύτως σωστή. Γιατί ο μάρτυρας αφενός αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Χριστού και αφετέρου έχει αναληφθεί από αυτά: αφήνει το πνεύμα του στον Θεό και συγχωρεί τους θύτες του. Υιοθετώντας τη βιβλική και πατερική αντίληψη, ο Μαριόν οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο θεολόγος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιζητεί ένα «επιστημονικό» κύρος, δεν μπορεί παρά να γίνει ο ίδιος άγιος, γιατί μόνο ο άγιος γνωρίζει για τι μιλά όταν κάνει θεολογία.

Σκοπός της θεολογίας

Ο Λόγος έχει ολοκληρώσει το έργο του και κάθεται ήδη στα δεξιά του Πατρός (εξ ου και η τελευταία λέξη του επί του σταυρού: τετέλεσται). Ετσι στη θεολογία δεν υπάρχει δυνατότητα για πρόοδο και ανακάλυψη παρά μόνο για μεταστροφή (conversion) στον Λόγο. Η θεολογία αστοχεί όταν υφαρπάζει την ανθρωπολογία από τον αυστηρά φαινομενολογικό (επομένως φιλοσοφικό) στόχο μιας αναλυτικής του Dasein. Αντικείμενο της θεολογίας είναι το Dasein ως πιστό. Σκοπός της θεολογίας, με άλλα λόγια, είναι να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει ότι είναι ο κόσμος και όχι η Εκκλησία. Στην Εκκλησία έχει δοθεί και χώρος και χρόνος. Χώρος είναι τα έθνη που εγκεντρίζονται στον Ισραήλ. Χρόνος είναι το saeculum, o χρόνος που απομένει (βλ. Αγκάμπεν), μέχρι την Παρουσία του Κυρίου.

Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μαριόν: «Είμαστε απείρως ελεύθεροι στη θεολογία: βρίσκουμε τα πάντα ήδη δεδομένα, κεκτημένα, διαθέσιμα. Δεν μένει παρά να καταλάβουμε, να πούμε και να γιορτάσουμε. Τόση ελευθερία, δικαίως, μας τρομάζει».

http://www.kathimerini.gr/492554/article/politismos/arxeio-politismoy/h-eley8eria-sth-8eologia-dikaiws-mas-tromazei

Advertisements

Ο ΣΤΗΒΕΝ ΜΙΟΥΖ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟ

1 σχόλιο

1476320_628187827240663_564041592_n

(…) Ο δημοφιλής και άκρατος θρησκευτικός  συγκρητισμός, ο αντιδραστικός και επιθετικός ευαγγελικός φονταμενταλισμός της δεξιάς και οι αυτάρεσκες ψυχο-πνευματικότητες της νέας εποχής δεν μπορούν να εκφράσουν την κοινωνία και την ετερότητα αυτή υπάρχει αποκλειστικά μέσα στην Εκκλησία, η οποία αναδεικνύει τους ανθρώπους και ταυτόχρονα τους παρέχει τις προϋποθέσεις για να γίνουν απόλυτα ζωντανοί ως πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση με το Χριστό και με τους άλλους ανθρώπους μέσα στον κόσμο. Ο συγκρητισμός, ο φονταμενταλισμός και οι ψυχο-πνευματικότητες δεν επαρκούν για να προσφέρουν στη σύγχρονη ζωή ένα αντίδοτο στις απάνθρωπες δυνάμεις του Μαμμωνά, οι οποίες λειτουργούν μέσα στους πολυεθνικούς παγκόσμιους βιομηχανικούς ομίλους και μέσα στα τραπεζικά συμφέροντα που κυριαρχούν στην οικονομική ζωή. (…)

Στ. Μιούζ, «Ψυχολογικές προκλήσεις του επισκοπικού βαθμού μέσα στο σύγχρονο πολιτιστικό περιβάλλον», μετάφραση: Απόστολος Αποστολίδης, στο περιοδικό Σύναξη τεύχος 127/  Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2013, σελ. 41-56 (το απόσπασμα που παραθέτουμε εδώ είναι από τη σελ. 45).

***

Περιεχόμενα του τεύχους 127 της Σύναξης

 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

 

Ἅγιος ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ, Εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται

 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΘΡΕΛΛΟΣ, Ἡ ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὸ αἴτημα τῆς συνοδικότητας

 

 π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ, Τί ἐστιν ἐπίσκοπος;

 

ΣΤΗΒΕΝ ΜΙΟΥΖ, Ψυχολογικὲς προκλήσεις τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ μέσα στὸ σύγχρονο πολιτιστικὸ περιβάλλον

 

Ἀρχιεπ. Τόκυο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ἡμερολόγιο

 

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ, Ὁ μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαρᾶς (1980-2012)

 

ΤΑΣΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ, Ὁ Ἐπίσκοπος

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, Ἡ σύνθεση Χριστολογίας καὶ Πνευματολογίας στὸ ἔργο τοῦ μητρ. Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα

 

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ι. ΖΙΑΚΑΣ, π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΛΙΓΕΡΗΣ: συζήτηση για το βιβλίο του T. Judt, Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα

 

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος;

1 σχόλιο

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,ISBN: 978-960-435-412-2.

1236192_515708341857445_765426442_nΑπό το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Θεός για τον οποίο γίνεται λόγος σε αυτό το βιβλίο είναι ο Θεός της Βίβλου, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αξεχώριστα, ο Θεός δηλαδή που εξέρχεται σε αναζήτηση του ανθρώπου, ο Θεός που κλείνει συμφωνίες μαζί του, που γίνεται τελικά άνθρωπος ο ίδιος. Ο άνθρωπος από την άλλη είναι ο άνθρωπος της ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος του ελέους και της αλληλεγγύης. Ο άνθρωπος που, όταν είναι πιστός, ξέρει ότι ο δρόμος για τη συνάντηση με τον Θεό περνάει μέσα από την έμπρακτη αγάπη για τον πλησίον, είναι δηλαδή ο δρόμος της ηθικής.

Η σχέση τους είναι θυελλώδης: ο Θεός φανερώνεται και κρύβεται, μιλάει και σωπαίνει, ελεεί και τιμωρεί – ο άνθρωπος λατρεύει και αποστατεί, υπακούει και εξεγείρεται. Το θέατρο της σχέσης τους δεν είναι μόνο ο προσωπικός βίος του καθενός, είναι και η ιστορία, επηρεάζεται άρα καθοριστικά ετούτη η ούτως ή άλλως δύσκολη σχέση και από τους ανέμους που φυσάνε εκεί.

Η συζήτηση της σχέσης αυτού του Θεού και αυτού του ανθρώπου σε τούτο το βιβλίο γίνεται μέσα από το έργο φιλοσόφων και στοχαστών της εποχής μας, τοποθετείται άρα στο ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο της ανάπτυξης της επιστήμης και της αυτονομίας του ατόμου.

Τα δοκίμια υποτιτλοφορούνται φιλοσοφικά, όχι επειδή θέλω να σφετεριστώ μια ιδιότητα, που δεν έχω, την ιδιότητα του φιλοσόφου, αλλά για να διευκρινιστεί απλώς εξαρχής ότι δεν είναι θεολογικά, ότι δεν εκκινούν δηλαδή από βεβαιότητες ούτε, πολύ περισσότερο, καταλήγουν σε βεβαιότητες. Συζητούν ερωτήματα που παραμένουν και για μένα τον ίδιο ανοιχτά, ακόμη και όταν φαίνεται να λαβαίνουν μια κάποια απάντηση.

Στ. Ζ.

Απόσπασμα (σε παρένθεση οι σελίδες του βιβλίου) από τό πρώτο δοκίμιο του βιβλίου («Αθήνα και Ιερουσαλήμ: Πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;»):

(σελ.21)[…]Το 1928 ο Σεστώφ θα γνωρίσει το έργο του Κίκεργκωρ, μετά από επίμονη προτροπή, παραδόξως του Χούσσερλ[…]

[…]η συνάντηση του Σεστώφ με το έργο του Κίκεργκωρ, το οποίο διαβάζει στα γερμανικά, ήταν, όπως αναμενόταν, συγκλονιστική. Καρπό αυτής της συνάντησης θα αποτελέσει το βιβλίο του Ο Κίκεργκωρ και η υπαρξιακή φιλοσοφία (Φωνή βοώντος εν τη ερήμω).

(σελ. 22) Το βιβλίο είναι γραμμένο με ένταση και θέρμη, καθώς ο Σεστώφ θα βρεί στον Κίκεργκωρ πράγματα που πιστεύει και ο ίδιος, θα συναντήσει στον μοναχικό πνευματικό δρόμο του μια μαρτυρική, αδελφική φωνή. Ο Κίκεργκωρ είναι, κατά τον Σεστώφ, ο μεγάλος στοχαστής της υπαρξιακής φιλοσοφίας, η οποία αντίθετα από ό,τι η θεωρητική (speculativa), δεν επιδιώκει να κατανοήσει, αλλά να οδηγήσει τον άνθρωπο να ζήσει, να τον οδηγήσει να δρέψει τον καρπό του δέντρου της ζωής, και όχι του δέντρου της γνώσης (που οδηγεί στο θάνατο). Ο μόνος δρόμος για αυτό είναι ο δρόμος της πίστης, γιατί μόνο η πίστη, δηλαδή το Παράλογο (Absurdum), μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη δεσποτεία της λογικής και της ηθικής και να τον οδηγήσει στην Ελευθερία της απεριόριστης δυνατότητας, δηλαδή στον Θεό. Σε τούτο τον κόσμο της κυριαρχίας της λογικής, η φωνή του Κίκεργκωρ ήταν βεβαίως μοιραίο να μείνει για πάντα μοναχική, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, vox clamantis in deserto[…]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,σελ. 21-22 (αποσπάσματα)

Χριστιανοί και ναζισμός

Σχολιάστε

Σύναξη: Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχος 125, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013.

t125

Κυκλοφόρησε το νέο (αρ. 125) τεύχος του περιοδικού Σύναξη, αφιερωμένο σε ένα διάπυρο ζήτημα: την ανάδυση του Ναζισμού και τη στάση των Χριστιανών απέναντί του. Με απερίφραστη αφετηριακή θέση, ότι Ναζισμός και Ευαγγέλιο είναι μεγέθη ασύμβατα και αντιθετικά, το τεύχος προσεγγίζει διάφορες πλευρές του ζητήματος.

Με ένα ιστορικό μελέτημα εξόχως χρήσιμο για την κατανόηση του σήμερα, ο Χάινριχ Χόλτσε φωτίζει τη διάβρωση της χριστιανικής συνείδησης στη ναζιστική Γερμανία. Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου εντοπίζει χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες στις μέρες μας διευκολύνουν τη διείσδυση της εθνικοσοσιαλιστικής οπτικής σε ορισμένους εκκλησιαστικούς χώρους. Στη χιτλερική περίοδο εστιάζει και ο Δημήτρης Μόσχος, για να δείξει πόσο εναργή και πόσο συγκεχυμένα, κατά περίπτωση, υπήρξαν τα αντανακλαστικά των Ορθοδόξων. Ο Θάνος Λίποβατς ερμηνεύει ψυχαναλυτικά και πολιτισμικά τον εθνικοσοσιαλισμό και τον αντισημιτισμό. Ο Βασίλης Αργυριάδης διαβάζει τη «Μαύρη Βίβλο» της «Χρυσής Αυγής». Η Ελένη Ταμαρέση παρουσιάζει τον τάφο του αγίου Αλεξάνδρου Σμορέλ και άλλων Χριστιανών αντιναζιστών Γερμανών μαρτύρων. Η φωνή, τέλος, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έρχεται ως πονεμένη μαρτυρία κατά του αντισημιτισμού.

 [πηγή]

***

Από το προλογικό σημείωμα του τεύχους 125:

Για τους Χριστιανούς η ιστορία προχωρά ως εκτύλιξη μιας αναμέτρησης: κάθε λεπτό –ασταμάτητα– η Ανάσταση αναμετράται με τη θανατίλα του παλιού κόσμου. Υπάρχουν, ωστόσο, και στιγμές με μια ένταση ξεχωριστή ένταση, με μια κρισιμότητα αποκαλυπτική: Είναι οι στιγμές στις οποίες εγείρεται με ορμή ένα αντι-ευαγγέλιο και ο άνθρωπος καλείται να διακρίνει μεταξύ αυτού του αντι-ευαγγελίου και του ευαγγελίου του Χριστού, και να ξεκαθαρίσει με ποιο συντάσσεται, ποιο αποτάσσεται.

Ο Ναζισμός, μόρφωμα του 20ού αιώνα και ήδη παρών στον 21ο, εδράζεται στην αρχαία αποστασία. Στην αυτοθέωση μέσω της ισχύος, στην απόρριψη της «εξ ενός αίματος» συγγένειας πάντων των ανθρώπων, στην εξολόθρευση του αδύναμου ως ελαττωματικού. Αυτή η πίστη, που συμποσούται στην ανακήρυξη της γενέθλιας γης και του φυλετικού αίματος σε πηγές του νοήματος, αποτελεί αντίποδα του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η χριστιανική συνείδηση οφείλει να είναι σαφής. Και ακριβώς γι’ αυτό προκύπτει θεόρατο πρόβλημα όταν, ευθέως ή εμμέσως, με θράσος ή με κρυφτούλι λέξεων, συνειδήσεις Χριστιανών συντάσσονται με αυτό(ν) που εκ της ταυτότητός τους αποτάσσονται.

Ενδεικτικό αυτής της αποκαλυπτικής έντασης είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιμετώπισε το ανίερο αγκάλιασμα εθνικισμού και εκκλησίας ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, δέκα χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ στην καγκελαρία. Τα σχετικά αποσπάσματα έχουν αναδημοσιευτεί πολλάκις. Η συγκυρία, όμως, στην οποία βρίσκεται η χώρα μας σήμερα, μας ικανώνει να προσέξουμε ιδιαίτερα τους σκληρούς και ατόφια θεολογικούς χαρακτηρισμούς τους, με τους οποίους δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά ένα σφάλμα παραπάνω, ένα σφάλμα παρακάτω, αλλά καθαυτή την παραμονή των εκκλησιαστικών ανθρώπων στην αλήθεια του Χριστού ή την έξοδό τους από αυτήν.

«Αποτελεί βλασφημίαν, ασυγχώρητον βλασφημίαν εναντίον του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, το να κάμωμεν την Εκκλησίαν ένα εθνικόν ίδρυμα […]. Ο σκοπός της είναι υπερεθνικός, οικουμενικός, πανανθρώπινος: να ενώση εν τω Χριστώ όλους τους ανθρώπους, όλους άνευ εξαιρέσεως εθνικότητος ή φυλής ή κοινωνικού στρώματος. “Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην […]”».

«Είναι πλέον καιρός, είναι η δωδεκάτη ώρα, να παύσουν οι εκκλησιαστικοί μας αντιπρόσωποι να είναι αποκλειστικά δούλοι του εθνικισμού, και να γίνουν αρχιερείς και ιερείς της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η από τον Χριστόν δοσμένη και από τους Αγίους Πατέρας πραγματοποιημένη αποστολή της Εκκλησίας είναι: να φυτεύεται και να καλλιεργήται μέσα εις την ψυχήν του λαού μας η αίσθησις και η επίγνωσις ότι κάθε μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πρόσωπον καθολικόν, πρόσωπον αιώνιον και θεανθρώπινον· ότι είναι του Χριστού και δια τούτο αδελφός όλων των ανθρώπων και διάκονος όλων των ανθρώπων και των κτισμάτων. Αυτός είναι ο από Χριστού δεδομένος σκοπός της Εκκλησίας· κάθε άλλος σκοπός δεν είναι από τον Χριστόν αλλ’ από τον αντίχριστον».[1]

Ο π. Ιουστίνος δεν περιμένει να βρει τον αριθμό 666 πάνω στον εθνικισμό, για να τον χαρακτηρίσει προϊόν του αντιχρίστου! Και ποιος χαρακτηρισμός θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος από το «αντί-χριστος» για να σημάνει με διαύγεια την παντελή διαστροφή της εκκλησιαστικής συνείδησης, την οποία μάλιστα ο Πόποβιτς τολμηρά εξισώνει με το μοναδικό ασυγχώρητο –κατά το ευαγγέλιο- αμάρτημα, δηλαδή τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος; Ούτε και γιατρεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν το να βρίσκεται κάποιος στον επισκοπικό θρόνο. Αυτομάτως συμβαίνουν όλα τα πράγματα στη μαγεία, αλλά ουδέν στην Εκκλησία. Ο οιοσδήποτε χειροτονημένος, λοιπόν, που κομπάζει ότι είναι προεστώς του ευχαριστιακού δείπνου και ταυτοχρόνως επαινεί τον εθνικισμό ως πατριωτισμό, δεν είναι και αληθώς επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού! Καλείται να μετανοήσει, ώστε να δυνηθεί έτσι να γίνει αληθινά ιερωμένος της! Επί πλέον, στο ευαγγέλιο η «ενδεκάτη ώρα» σημαίνει αυτό που σήμερα λέμε «στο παρά πέντε», σημαίνει δηλαδή την έσχατη ευκαιρία του ανθρώπου για να ανταποκριθεί στο χρέος του. «Δωδέκατη ώρα» είναι η επόμενη στιγμή, η στιγμή της Κρίσης. Ο Πόποβιτς, λοιπόν, θεωρεί ότι με την κρισιμότητα του ζητήματος αυτού βρισκόμαστε στη δωδεκάτη ώρα! Με αυτήν, άλλωστε, την αίσθηση η Σύναξη έχει δημόσια ζητήσει από τον Νοέμβριο του περασμένου έτους την καταδίκη του ναζισμού, σε κάθε του εκδοχή και μεταμφίεση (τ. 124 / 2012, σ. 82) […].

Στις σελίδες […] που ακολουθούν προσεγγίζονται παράμετροι του ζητήματος, όπως αυτό ορθώνεται μπροστά μας σήμερα. Από τη μια αναζητούνται οι χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες ευθύνονται για τη σημερινή απήχηση του εθνικοσοσιαλιστικού πνεύματος σε εκκλησιαστικούς χώρους, και από την άλλη φωτίζεται η ιστορία, για να διδάξει πότε και πώς τα αντανακλαστικά των Χριστιανών ίστανται εναργή ή βουλιάζουν μέσα στη σύγχυση και την εθελοδουλία. Με βαθειά την πεποίθηση ότι κάθε ολοκληρωτισμός είναι απανθρωπία, τα κείμενα του τεύχος πασχίζουν να είναι ταυτόχρονα μαρτυρία και σπουδή, ώστε να συνδράμουν ουσιαστικά την ορθοστασία όσων δεν είναι πρόθυμοι να κλίνουν γόνυ στα είδωλα των ταγμάτων εφόδου.

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστή στο Αρχέτυπό της [την Αγία Τριάδα], καλείται […] να κηρύττη με θάρρος μέσα στον ενθουσιασμό και του πιο δίκαιου πολέμου την αγάπη, την κατανόηση, την Ειρήνη, αλλά και μέσα στο πιο στυγνό δικτατορικό καθεστώς το απαραβίαστο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου, την Ελευθερία. Το αν δε μιά Εκκλησία κρύττει παντού και πάντοτε, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκεται, το ιδανικό αυτό και στις δυό του πτυχές, αποτελεί κριτήριο της ορθοδοξίας της…»[2].

 

Θ.Ν.Π.

 


[1] Αρχιμ. Ιουστίνου Πάποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ορθοδόξου θεολογίας (μτφρ. ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς), εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1974, σσ. 55-56.

[2] Παναγιώτης Νέλλας, «Τρεις βιβλικές προϋποθέσεις στο πρόβλημα Ορθοδοξία και Πολιτική», Μαρτυρία Ορθοδοξίας 1971, εκδ. Εστίας, σ. 179.

[πηγή]

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τεύχους 125 της Σύναξης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ 

ΧΑΪΝΡΙΧ ΧΟΛΤΣΕ, Προσεγγίζοντας ἕνα δύσκολο παρελθόν

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Σημεῖα ἐθνικοσοσιαλισμοῦ στὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, Ὄψεις ἀντιπαράθεσης Ὀρθοδοξίας καὶ γερμανικοῦ ναζισμοῦ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου

ΘΑΝΟΣ ΛΙΠΟΒΑΤΣ, Ψυχαναλυτικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἀνάλυση τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ

ΕΛΕΝΗ ΤΑΜΑΡΕΣΗ-ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Μνήματα μαρτύρων

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Τέσσερις πλάνες κι ἕνα βιβλίο

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Ὁ ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Παῦλος: Βίος καὶ Θεολογία

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μνήμη Γιώργου Τσανανᾶ

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες

Το Βιβλίο

[πηγή]

Ο Richard Kearny για τον Ιησού-ξένο

Σχολιάστε

544Ένα σημαντικό απόσπασμα από το άρθρο του Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα«, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη» (τεύχος 15, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2013):

[Νέα Ευθύνη, τ.15, σελ.111] (…) Όπως μας διδάσκουν οι σπουδαίες ιστορίες της Βίβλου, από τον Αβραάμ που τάισε τους τρεις ξένους μέχρι τον Ιησού- ξένο, που τάισε τους οικοδεσπότες του στην Εμμαούς, η μετουσίωση [μεταβολή]* του άρτου και του οίνου είναι πρωταρχικά μετουσίωση [μεταβολή]* της  εχθρότητας σε φιλοξενία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη  πρόκληση για τη Χριστιανοσύνη στο μέλλον, όπως ήταν άλλωστε και στο παρελθόν.

Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα», μετάφραση: Ούρσουλα Φώσκολου, στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τεύχος 15, Ιαν.- Φεβρ.2013, σελ. 109-111 (εδώ: σελ.111).

——————————-
*[Σημ. δική μας: προτιμητέος κατά την γνώμη μας ο όρος «μεταβολή» αντί «μετουσίωση»]

Ο Στ. Ζουμπουλάκης για τον αντιναζί πάστορα Dietrich Bonhoeffer

Σχολιάστε

Dietrich Bonhoeffer(1906-1945)

Dietrich Bonhoeffer (1906-1945).         Φωτό από εδώ.

Απόσπασμα από την ομιλία του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τίτλο: «Η κηρυγματική θεωρία καί πράξη του Ντήτριχ Μπονχαίφερ» στο πλαίσιο της ημερίδας που οργάνωσε ο ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ με θέμα «Άς συζητήσουμε επιτέλους για το κήρυγμα» (Αθήνα, 1 Οκτωβρίου 2011). Ολόκληρη η ομιλία περιλαμβάνεται στα πρακτικά της ημερίδας, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2012, σελ. 112-151.

[ Σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου].
b179616

[σελ. 112] (…) Ὁ Μπονχαῖφφερ ἦταν μόλις 27 ἐτῶν τή στιγμή τῆς ἀνόδου τοῦ Χίτλερ στήν ἐξουσία, καί ἦταν 39 ὅταν τόν κρέμασαν οἱ ναζί στό στρατόπεδο Φλόσσενμπουργκ, στίς 4 Ἀπριλίου, εἴκοσι μέρες πρίν τήν αὐτοκτονία τοῦ Χίτλερ (30.4.1945) καί ἕνα μήνα πρίν ἀπό τήν ἐπίσημη παράδοση της Γερμανίας(8/9.5.1945). Ζεῖ [σελ.113] δηλαδή τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐνήλικης ζωῆς του καί γράφει τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ πλούσιου ἔργου του ὑπό τό ναζιστικό καθεστώς. Καί τά δύο, ἡ μικρή ζωή καί τό μεγάλο ἔργο, εἶναι ἀξεχώριστα συνδεδεμένα μέ τή μοίρα τοῦ χριστιανισμοῦ στή ναζιστική Γερμανία.

Ὁ Μπονχαῖφφερ ἀνήκει, ὡς γνωστόν, μολονότι νεαρός καί ἄγνωστος ἀκόμη, στούς πρωτεργάτες τῆς ὁμάδας ἐκείνης παστόρων καί θεολόγων τῶν προτεσταντικῶν Ἐκκλησιῶν- ἀνάμεσα τους ἀναστήματα ὅπως ὁ Μάρτιν Νιμέλλερ καί ὁ Κάρλ Μπάρτ- πού θά δώσουν ἐξαρχῆς τή μάχη κατά τοῦ κινήματος τῶν Γερμανῶν Χριστιανῶν (Deutsche Christen) καί μιᾶς κρατικῆς Ἐκκλησίας ὑποταγμένης στό Ράιχ, καί τήν ἰδεολογία του. Κεντρικό ἀφετηριακό σημεῖο αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα θά ἀποτελέσει ἡ περίφημη «ἄρια παράγραφος» («Arierparagraph»), ἡ τρίτη δηλαδή παράγραφος τοῦ νόμου γιά τήν ἀνασυγκρότηση τῶν δημοσίων λειτουργημάτων (Gesetz zur Wiederherstellung des Berufsbeamtentums, 7.4.1933) δυνάμει τῆς ὁποίας άπαγορευόταν ἡ ἄσκηση ὁποιουδήποτε ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργήματος σέ χριστιανούς ἑβραϊκῆς καταγωγῆς. Ἡ παράγραφος αὐτή θά γίνει οὐσιαστικά δεκτή ἀπό τή Γενική Σύνοδο τῆς Παλαιᾶς Πρωσίας, ἡ ὁποία ἔμεινε [σελ.114] στήν ἱστορία ὡς Φαιά Σύνοδος, στίς 5-6 Σεπτεμβρίου 1933. Ὁ Μπονχαῖφφερ θά πρωτοστατήσει κατά τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, καί μέσα ἀπό τήν ἀντίδραση αὐτή θά διαμορφωθεῖ ταχύτατα ἡ ὁμάδα πού θά ἀποτελέσει τόν πυρήνα γιά τή συγκρότηση τῆς  Beckennende Kirche, τῆς Ὁμολογούσας Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θά ἀντισταθεῖ, μέ κάθε τρόπο καί κάθε κόστος, στήν ἀκύρωση τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τό Γ’ Ράιχ. Ὁ Μπονχαῖφφερ θά ἐκφράσει τήν πιό ριζοσπαστική καί ἀσυμβίβαστη τάση τῆς Ὁμολογούσας Ἐκκλησίας. (…)

(…)

Τό τελευταῖο κήρυγμα

[σελ.148] Τήν Κυριακή 8 Ἀπριλίου 1945, στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Φλόσσενμπουργκ, ἕνας κρατούμενος ζητάει ἀπό τόν Μπονχαῖφφερ νά τελέσει την Κυριακή λατρεία. Ὁ Μπονχαῖφφερ ἀρχικά διστάζει, γιατί ἡ πλειονότητα τῶν κρατουμένων ἦταν καθολικοί καί ἕνας ἄθρησκος. Ἐκεῖνοι ἐπιμένουν  καί, ὅταν καί αὐτός ὁ ἄθρησκος ἀγνωστικιστής προσχωρεῖ στό αἴτημα τῶν ὑπολοίπων, ὁ Μπονχαῖφφερ δέχεται. (…) Οἱ συγκρατούμενοι του τόν ἀκοῦνε συγκλονισμένοι, ἐνῶ ἀπό τά διπλανά κελιά ἄλλοι κρατούμενοι τοῦ ζητοῦν τί ἴδιο. Δέν θά μάθουμε ποτέ τί ἀκριβῶς εἶπε ὁ Μπονχαῖφφερ σέ ἐκεῖνο τό συγκλονιστικότερο κήρυγμα τῆς ζωῆς του. Σέ λίγο δυό ὑπάλληλοι μπαίνουν στο κελί καί τοῦ φωνάζουν: «Κρατούμενε Μπονχαῖφφερ ἔλα μαζί μας». Ὅλοι [σελ. 149] ἤξεραν τί σήμαινε αὐτή ἡ φράση. Καί ὁ Μπονχαῖφφερ ἤξερε. Πῆρε παράμερα τόν Παίυν Μπέστ (Payne Best), ἔναν Ἄγγλο κρατούμενο καί, ὅπως διηγήθηκε ἀργότερα ὁ ἴδιος τοῦ εἶπε: «Ἦρθε τό τέλος- γιά μένα ἡ ἀρχή τῆς ζωῆς».(…) Τήν ἄλλη μέρα, 9 Ἀπριλίου 1945, τόν κρέμασαν. (…)

***

Στ. Ζουμπουλάκης, «Η κηρυγματική θεωρία καί πράξη του Ντήτριχ Μπονχαίφερ», στο: Στ. Ζουμπουλάκης (επιμ.), Ας συζητήσουμε επιτέλους για το κήρυγμα, πρακτικά ημερίδας, εκδόσεις ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ, Αθήνα 2012, σελ. 112-114,148-149 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

http://www.dbonhoeffer.org

Γιώργος Κοροπούλης, Μεγάλου Βασιλείου: Ομιλία προς τους πλουτούντας (μεταγραφή)

Σχολιάστε

ployt-avgi

Μέγας Βασίλειος, Ομιλία προς τους πλουτούντας, μεταγραφή: Γιώργος Κοροπούλης, ένθετη έκδοση της εφημερίδας Η ΑΥΓΗ, αρ.φυλ. 11599, Αθήνα 5-6 Ιανουαρίου 2013, σσ.32. [Για το  πρωτότυπο της ομιλίας πιέστε εδώ].

korop

Η σελ. 17 της ένθετης έκδοσης

Σε σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας  Η ΑΥΓΗ διαβάζουμε:

Η «Προς τους πλουτούντας» ομιλία του επισκόπου Καισαρείας Βασιλείου (330 περίπου – 378 μ.Χ.)  εναλλάσσει τον λίβελο κατά της άνισης κατανομής του κοινωνικού πλούτου μ’ ένα απροσχημάτιστο κήρυγμα κοινοκτημοσύνης. Την εποχή εκείνη, άλλωστε, ο Βασίλειος έχει συμπυκνώσει την κοινωνική του δράση σ’ ένα συγκρότημα που ανήγειρε ξοδεύοντας τη δική του περιουσία, όση δεν είχε μοιράσει κιόλας στους φτωχούς. Το έργο συνομιλεί, με τον τρόπο του, με τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

Παραθέτουμε  αποσπάσματα από την εξαιρετική μεταγραφή του Γιώργου Κοροπούλη:

[…] Ώστε όποιος αγαπά σαν τον εαυτό του αυτόν που είναι πλάι του δεν κατέχει τίποτα παραπάνω απ’ αυτόν που είναι πλάι του. Κι εσύ δείχνεις να έχεις πολλά. Από που; Προφανώς επειδή η δική σου απόλαυση σου φάνηκε προτιμότερη απ’ το να παρηγορείς τους πολλούς. Όσο όμως πλεονάζουν τα πλούτη σου, τόσο σου λείπει η αγάπη.[…] (σελ. 6-7)

***

[…]Ξέρω πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν και δείχνουν όλη την ανέξοδη ευλάβεια, σ’ όσους θλίβονται όμως δεν δίνουν δεκάρα. Τι τους ωφελεί η υπόλοιπη αρετή; […](σελ.11).

***

[…]Γιατί όσοι αγαπούν το χρυσό, χαίρονται να τους δένουν, φτάνει να’ ναι οι χειροπέδες χρυσές. […] (σελ. 13).

***

[…] Όταν μπαίνω στο σπίτι νεόπλουτου που μεγαλοπιάνεται και το βλέπω γανωμένο παντού με λουλούδια, ξέρω πως δεν κατέχει τίποτα πολυτιμότερο απ’ όσα φαίνονται, αλλά στολίζει τα άψυχα και έχει αστόλιστη την ψυχή. Πες μου, τόσο πια απαραίτητα είναι τα αργυρά κρεβάτια και τα αργυρά τραπέζια, τα ελεφάντινα καθίσματα και τα ελεφάντινα αμάξια. ώστε για χάρη τους τα πλούτη να μην περνούν στους φτωχούς, μολονότι χιλιάδες στέκουν έξω απ’ την πόρτα σου και κάθε εξαθλιωμένου ακούς τη φωνή; Όμως εσύ αρνείσαι να δώσεις, γιατί λες πως ποτέ δεν θα έφτανε για όλους όσοι ζητούν. Και με τη γλώσσα ορκίζεσαι, αλλά σ’ ελέγχει το χέρι σου. Γιατί σιωπώντας το χέρι διαλαλεί πως λες ψέματα, καθώς η πέτρα του δαχτυλιδιού σου το κάνει ν’ αστράφτει. Πόσους θ’ απάλλασσε ένα δαχτυλίδι σου  απ’ τα χρέη τους; Πόσα σπίτια που καταρρέουν θ’ ανόρθωνε;[…] (σελ. 14)

***

[…] Γιατί όπως οι μέθυσοι βρίσκουν αφορμή να πίνουν όσο τους βάζεις κρασί, έτσι και οι νεόπλουτοι, που απέκτησαν πολλά, επιθυμούν περισσότερα, κι όσα προστίθενται τρέφουν την αρρώστια τους κι η φροντίδα γι’ αυτά φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα εντέλει[…] (σελ. 17).

***

[…] Ο πλεονέκτης όμως δεν σέβεται τον χρόνο, δεν ξέρει σύνορα, δεν παραδέχεται τη σειρά της διαδοχής, αλλά μιμείται τη βία της φωτιάς ‘ όλα τα κατατρώει, σε όλα εξαπλώνεται.[…]Τίποτα δεν αντιστέκεται στη βία του πλούτου’ όλα υποκύπτουν στην τυραννία του, όλα ζαρώνουν κάτω απ’ την εξουσία του, έτσι που όποιος αδικήθηκε να σκέπτεται μάλλον πως δεν θα πάθει κι άλλο κακό παρά να ζητάει το δίκιο του για όσα έπαθε ήδη.[…] Αν αντιμιλήσεις, σε χτυπούν’ αν θρηνήσεις, σε καταγγέλλουν ότι εξύβρισες, και προσάγεσαι, και θα βρεθείς στο κελί. Κι οι συκοφάντες πανέτοιμοι, να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή σου. Θα είσαι ευχαριστημένος αν απαλλαγείς απ΄ όλα αυτά εκχωρώντας και κάτι παραπάνω εντέλει(σελ. 18-19).

Μέγας Βασίλειος, Ομιλία προς τους πλουτούντας, μεταγραφή: Γιώργος Κοροπούλης, ένθετη έκδοση της εφημερίδας Η ΑΥΓΗ, αρ.φυλ. 11599, Αθήνα 5-6 Ιανουαρίου 2013.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: