Μνήμη Ε. Levinas

Σχολιάστε

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, 2/9/2021

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / http://lukasvasilikos.com

 

«Ἡ αὐτονομία ἔχει μεγάλο τίμημα», εἶπε ἡ Μαργαρίτα στὴ Διαλεχτὴ κι εἶχε ἀπόλυτο δίκιο. Ἡ αὐτονομία μας ἐνίοτε εἶναι κεκρυμμένη ἑτερονομία. Μέγα ἐν τέλει τὸ διακύβευμα τῆς μετοχῆς ἀλλὰ λυσιτελὲς συνάμα.



Ἀπείρανθος Νάξου, 16-24 Αὐγούστου 2021

Γ. Μ. Βαρδαβᾶς

 

[πηγή]

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 5

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός   /   http://lukasvasilikos.com

Εἶναι ἄδικο ὁ χρόνος νὰ γίνεται ἀντικείμενο σεμιναρίων καὶ ἀδολεσχιῶν. Ἀλλὰ ἀκόμα πιὸ ἄδικο εἶναι νὰ μένει χέρσος [1].

Ἡράκλειο, 25-26 Ἀπριλίου 2021

Γ. Μ. Βαρδαβᾶς

______________________________________

[1]. Ἡ καταληκτήρια φράση οἰονεὶ «διασκευάζει» τὸν παρακάτω ἐμβληματικὸ ἀφορισμὸ τοῦ Λίχτενμπέργκ:  «Νὰ ξεχερσώνεις τὸν χρόνο»  (βλ. Λίχτενμπεργκ: πιλογή από τα Sudelbücher, εἰσαγωγή – μετάφραση: Παναγιώτης Κονδύλης, ἐκδόσεις Στιγμή, β’ ἔκδοση, σειρά: Στοχασμοί – 2, Ἀθήνα 2004, σελ. 41).

[πηγή]

SELF TEST

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / http://lukasvasilikos.com

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, 26/4/2021

Ὑπῆρξε μιὰ περίοδος ποὺ ὀνειρευόμουν διαρκῶς ἥρωες τοῦ Καχτίτση: τὸν Ξεντάδιν, τὸν Γιώργη τοῦ «Ἐνυπνίου», τὸν Στοππάκιο. Στὴν ἀρχὴ θεώρησα ὅτι ἦταν κάποια ἐμμονή. Τὰ ὄνειρα σταμάτησαν ἐντελῶς ξαφνικά. Συνειδητοποίησα ἑτεροχρονισμένα ὅτι αὐτὸ συνέβη ὅταν διάβασα τὰ Γράμματα τοῦ Νίκου Καχτίτση στὸν Γιώργη Παυλόπουλο.

 

Ἡράκλειο, 23/4/2021

Γ. Μ. Β.

 

[πηγή]

ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / http://lukasvasilikos.com/

 

 

Ὅταν παίζεις χωρὶς ἀντίπαλο εὔκολα φτάνεις στὴν ἀλαζονεία. Μετὰ τὴν ὕβρη ὅμως πάντα ἐπέρχεται ἡ νέμεσις.

 

Ἡράκλειο, 8/3/2021

Γ.Μ.Β.

 

[πηγή]

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΥΠΟΥ Α

Σχολιάστε

Ἡ εὐφυΐα χωρὶς τὴ σύνεση εὔκολα ὑποτάσσεται στὸ μαξιμαλισμὸ τῆς ἀλαζονείας.

 

Ἡράκλειο, 14 Φεβρουαρίου 2021

Γ.Μ.Β.

 

[πηγή]

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 3

Σχολιάστε

Οὔτε τράπεζα θεμάτων

οὔτε τράπεζα ἀποκαραδοκίας

μὲ κεῖνα τὰ ἀναιδέστατα ὑψηλόβαθμα στελέχη.

Μόνο τράπεζα ἐλπίδας

καὶ ἀγάπης ἄμετρης

μὲ πλοῦτο τοὺς ἄλλους

καὶ ὑπεραξία τὸ ἀδύνατο.

Ἡράκλειο, 13 Φεβρουαρίου 2021

Γ.Μ.Β.

[πηγή]

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 4

Σχολιάστε

Ἡ περιαγωγὴ τῆς ἀπαίτησης ἐνδέχεται νὰ ὑποκρύπτει ἕναν ἀσύγγνωστο ναρκισσισμό.

Ἡράκλειο, 30-31 Ἰανουαρίου 2021

Γ.Μ.Β.

[πηγἠ]

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 1

Σχολιάστε

 

Ἡ ἀποφατικὴ λογικὴ ἐπιβεβαιώνεται ὄχι ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἀλήθειας ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁπλότητα τῆς ἔμπονης ἀνάμνησης.

Ἡράκλειο, 21-22 Ἰανουαρίου 2021

Γ.Μ.Β.

[πηγή]

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 2

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / http://lukasvasilikos.com/

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, 10/3/2021]

Ἄκουσα μιὰ διαφήμιση στὸ ραδιόφωνο ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἀσύνδετο σχῆμα καὶ θυμήθηκα τὸν ἀσύμμετρο καταιγισμὸ βωμολοχιῶν καὶ τὴν ἀνεξάλειπτη ἀθυροστομία τοῦ δοκίμου ἐκπαιδευτή μας στὸ στρατό. Δυστυχῶς, ὁ Ἰ. ἔφυγε νωρὶς καὶ αὐτοθέλητα [1].

Ἡράκλειο, 15/1/2021

Γ.Μ.Β.

_________________________

[1]. Ἡ φράση «φεύγω αὐτοθέλητα» ἀνήκει στὸν Δημήτρη Λιαντίνη (1942-1998).

[πηγή]

Ένα αχαρτογράφητο ταξίδι

1 σχόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-8061-81-1.

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του εμπεριστατωμένο δοκίμιο με τίτλο Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού (εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020) ο Νικόλας Σεβαστάκης συνεχίζει και επεκτείνει την προβληματική που τον απασχόλησε στο δοκίμιο του με τίτλο Φαντάσματα του καιρού μας: Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017). Από την εξαιρετικά εκτεταμένη και απαιτητική πολιτική θεματική του βιβλίου σταχυολογούμε παρακάτω ελάχιστες ψηφίδες.

Ο συγγραφέας υπερασπίζεται με ψυχραιμία και αίσθημα ευθύνης τη φιλελεύθερη δημοκρατία, αναγνωρίζοντας προφανώς τη δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, σε έναν κόσμο ρευστό, όπου κυριαρχεί ο πολιτικός σχετικισμός, η λαϊκιστική δυσφορία, ο αμοραλισμός, η αδολεσχία, η προχειρότητα, ο μαξιμαλισμός, η ανελαστικότητα και η επιφανειακή προσέγγιση τύπου social media. Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει την εγγενή, ενίοτε, αδυναμία της φιλελεύθερης δημοκρατίας να εξάγει συναισθήματα στοιχειώδους ενσυναίσθησης για καταστάσεις κοινωνικής οδύνης και παράλληλα να αντιμετωπίσει δυναμικά τον πολιτικό σχετικισμό, το λαϊκισμό και τους νέους εθνικισμούς. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Η φιλελεύθερη δημοκρατία θα συνδεθεί, αναπότρεπτα, στην ιστορία της με ένα πνεύμα απογοητευτικών αυτοπεριορισμών” (μν. έργ., σελ. 23). Και λίγο παρακάτω: “Η φιλελεύθερη δημοκρατία εμφανίστηκε λοιπόν ως κάτι ελλειμματικό απέναντι σε μια πληρότητα νοήματος που την ξεπερνούσε και, κατά κάποιον τρόπο την εξέθετε” (ό.π., σελ. 23-24). Και αλλού: “Μπορούμε να συμφωνήσουμε γενικά ότι είχαν και έχουν πάντα ένα δίκιο από παλιά κάποιοι τιμητές του φιλελεύθερου δημοκρατικού πνεύματος στον ισχυρισμό τους ότι από τον φιλελευθερισμό λείπει αρκετές φορές η μυρωδιά της αληθινής πικρίας και η αίσθηση των καταστάσεων πραγματικής, σπαρακτικής οδύνης. Συχνά -και όχι αδίκως- ένας φιλελευθερισμός των ηπίων ευχολογίων εμφανίζεται ως εκτός τόπου εκεί όπου μια κοινωνική διαμάχη αποκτά ένταση ή εκεί όπου οι σχέσεις εξουσίας χάνουν κάθε αναλογικότητα και ισορροπία ” (ό.π., σελ. 86).

Καίριο σημείο του βιβλίου συνιστά η επισήμανση του συγγραφέα ότι “η υπαρξιακή ασφάλεια και οι αυθεντικές συγκινήσεις συνδέονται όλο και περισσότερο με μη φιλελεύθερες αξίες και καταστάσεις” (ό.π., σελ. 98), γεγονός που εκβάλλει στον εθνορομαντισμό, την παραδοσιαρχία, την νοσταλγική “επίκληση μιας εντατικής κοινοτικής εμπειρίας” (αυτ.), αλλά ταυτόχρονα αναδεικύει εξαιρετικά περίεργα και ετερόκλητα αμαλγάματα και υβρίδια, που, πλέον, δεν προκαλούν καμία εντύπωση στον έμπειρο πολιτικό επιστήμονα και αναλυτή. Δείγματος χάριν, δεν προκαλεί καμία έκπληξη, κατά τον συγγραφέα, η συμπόρευση τμημάτων του νεοφεμινισμού με τους υπερασπιστές του πολιτικού Ισλάμ! (βλ. ό.π., σελ. 99).

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η πολιτική ερμηνεία του συγγραφέα στο φαινόμενο της έξαρσης των νέων εθνικισμών. Ο Νικόλας Σεβαστάκης συνδέει την ανάδυση των νέων εθνικισμών με την αναζήτηση της έντασης στην πολιτική. Γράφει χαρακτηριστικά: “[…] Πως είναι δυνατή η αντίσταση στην πρόζα της δημοκρατίας από τη σκοπιά της ποιητικής της, των δημιουργικών πράξεων που δεν θέλουν να αποδεχτούν την πτώση της δημοκρατίας σε αποστεωμένη ρουτίνα; Άν το πολιτικό ενδιαφέρον προορίζεται για εφήμερες εκλάμψεις σε μια θάλασσα πολιτικού χρόνου, πως μπορούμε να φανταστούμε μια πιο απαιτητική πολιτική λογική; Εδώ βρίσκουμε σήμερα τον ρόλο των κινημάτων ταυτότητας και τις πολιτισμικές διαμάχες που γεννούν συγκρούσεις. Αυτά τα κινήματα κληρονομούν την ιδέα της έντασης που έχουν οι σωτηριολογικές πολιτικές θρησκείες αλλά σε ένα ασταθές και υπονομευμένο πλαίσιο όπου έχει χαθεί η συνεκτικότητα των μεγάλων ιδεολογικών χώρων. Οι νέοι εθνικισμοί εμφανίζονται έτσι ως οι μοναδικές ενεργές πολιτικές συλλογικότητες. Γι’ αυτό τον λόγο και οι θιασώτες τους στρέφονται αυθόρμητα και στη συνέχεια συνειδητά εναντίον του ατομικισμού της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Δυσπιστούν τόσο απέναντι στη γλώσσα του ορθολογικού συμφέροντος στην κεντροδεξιά όσο και απέναντι στη ρητορική των δικαιωμάτων και του πολιτισμικού φιλελευθερισμού στην κεντροαριστερά.

Ο εθνικισμός, εντέλει, λειτουργεί αυτά τα τελευταία χρόνια όπως ο κομμουνισμός πριν από κάποιες δεκαετίες: ως υποδοχέας και χειριστής ποικίλων δυσαρεσκειών που δεν σχετίζονται πάντα με εθνικές διαμάχες και στερεότυπα, ούτε καν με τον φόβο για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, όπως προβάλλεται κατά κόρον στη συμβατική ευρωπαϊκή συζήτηση για τις νέες μορφές λαϊκιστικής δεξιάς. […]” (βλ. ό.π., σελ. 111-112).

Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρούμε το κεφάλαιο με τίτλο “Περιθώρια της δημοκρατίας” (βλ. σελ. 115-140), στο οποίο ο συγγραφέας αναδεικνύει το φαινόμενο του τεχνολαϊκισμού, την πρόσμιξη δηλαδή τεχνοκρατίας και λαϊκισμού (βλ. σελ. 124 κ.ε.). Παράλληλα αναφέρεται στην υπονόμευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας: “Πέρα από όλα τα άλλα, η φιλελεύθερη δημοκρατία υπονομεύεται από το γεγονός πως η έξοδος από τις δογματικές και μεσσιανικές εκδοχές πολιτικού πάθους παίρνει τη μορφή ενός οπορτουνισμού δίχως αρχές” (βλ. ό.π., σελ. 127). Μεγάλης σημασίας είναι η επισήμανση του συγγραφέα ότι ένα σοβαρό έλλειμμα του φιλελευθερισμού είναι “η αδυναμία να προσεγγίσει ικανοποιητικά το θέμα του γιγαντισμού της εξουσίας σε όλες του τις διαστάσεις” (ό.π., σελ. 130).

Ο συγγραφέας αναδεικνύει μια σημαντική αντινομία μεταξύ της συνέργειας σε διυποκειμενικό επίπεδο και στις μορφές πολιτειακής συγκρότησης: παρά τη φαινομενική τεχνολογική πρόοδο “πολιτικά βρισκόμαστε ακόμη κοντά στη διαίρεση σε κάστες(βλ. ό.π., σελ. 153).

Η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυπρισματική και η διαπραγμάτευση του θέματος εξαντλητική. Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να αναδειχθούν όλες οι προκείμενες του σημαντικού αυτού έργου. Προτείνουμε την ενδελεχή μελέτη ολόκληρου του δοκιμίου, που προϋποθέτει σύσσωμη την προσοχή μας, χωρίς περισπάσεις.

Κλείνουμε με μία σημαντική επισήμανση του συγγραφέα περί τέχνης: Η τέχνη μπορεί να υποδεχτεί το ναυάγιο του κόσμου και όλες τις ιστορικές καταστροφές. Συνεχίζει δημιουργικά ακόμα και σε συνθήκες πολιτικής ανελευθερίας και βαναυσότητας(ό.π., σελ. 142).

Ηράκλειο, 3 Ιουλίου 2020

Νικόλας Σεβαστάκης, Άνθρωπος στη σκιά

1 σχόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης, Άνθρωπος στη σκιά: Μια ελληνική ιστορία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-435-661-4.

Το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο Ἀνθρωπος στη σκιά διαβάζεται απνευστί. Μια ρεαλιστική παρουσίαση του πολιτικού κακού, όπως εκδιπλώθηκε στη χώρα μας με την εμφάνιση του φαινομένου της τρομοκρατίας.

Παρά το εξαιρετικά δύσκολο του θέματος το βιβλίο δεν υστερεί σε λογοτεχνική δεινότητα, ούτε πέφτει στην παγίδα ενός πολιτικού οιονεί μονισμού.

Πολυπρισματική γραφή, θαυμάσια αναπαράσταση της εποχής, πολλαπλοί αφηγηματικοί τρόποι προσπέλασης στην αφήγηση.

Έπειτα από την αναμέτρηση του με τη μικρή φόρμα, ο Νικόλας Σεβαστάκης αντιμετωπίζει επιτυχημένα και την πρόκληση του μυθιστορήματος.

Απείρανθος 4/8/2019

Γ. Μ. Βαρδαβάς

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Σχολιάστε

 

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει

2 Σχόλια

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-435-486-3.

 

 

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Άντρας που πέφτει ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεδιπλώνει τις πολύπλευρες ανησυχίες του. Τα παιχνίδια της μνήμης, οι πικρές αλήθειες, το ανεκπλήρωτο ταξίδι του βίου, η απώλεια, η ματαίωση, η μοναξιά, η οδύνη, η ανεστιότητα, το υπαρξιακό αδιέξοδο  διαπλέκονται αρμονικά.

Παράλληλα μέσω των ηρώων του βρίσκει ενίοτε αφορμές για να καταγράψει και να σχολιάσει στιγμιότυπα από την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και της γενικευμένης παραίτησης.

Μάστορας της γλώσσας, αθεράπευτα ευαίσθητος, λάτρης της αφήγησης χωρίς φιοριτούρες κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα διηγήματα ακολουθούν τη μικρή φόρμα εκτός από το πιο εκτεταμένο «Τέλος εποχής». Παρά το γεγονός ότι η μικρή φόρμα είναι ιδιαίτατα απαιτητική ο Νικόλας Σεβαστάκης αναμετράται μ’ αυτήν με επιτυχία.

21/11/2015

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Τίτος Πατρίκιος, Ο πειρασμός της νοσταλγίας

Σχολιάστε

10428512_867225533336890_3667155616341880413_n

Τίτος Πατρίκιος, Ο πειρασμός της νοσταλγίας: Σημειώσεις Καθημερινότητας, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2015,ISBN: 978-618-5004-28-6.

 

Στο νέο του βιβλίο ο Τίτος Πατρίκιος δεν καταγράφει απλώς «Σημειώσεις Καθημερινότητας» όπως επισημαίνει ο υπότιτλος αλλά αποτυπώνει τη βιωμένη του εμπειρία με τη μορφή αφορισμών ή μικρών κειμένων, σε γλώσσα προσιτή και καταληπτή. Το βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη όχι μόνο την εμπειρία της αναγνωστικής απόλαυσης αλλά αφορμές για πλούσιο και γόνιμο προβληματισμό. Σε κάποια σημεία ο αναγνώστης μπορεί να ταυτισθεί με τη σκέψη του συγγραφέα σε σημείο που αυθαίρετα μπορεί να θεωρήσει ότι «γράφτηκαν ειδικά γι’  αυτόν». Κάποια άλλα μπορεί να του φανούν προφητικά. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα βιβλίο που καθηλώνει σε τέτοιο βαθμό που τα σημειωματάρια  «παίρνουν φωτιά».

(Και μια αυτοαναφορική σημείωση: Το βιβλίο το αγόρασα σήμερα και το διάβασα απνευστί)

Γ.Μ.Β,

24/3/2015

ΠΕΡΙ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (ΓΙΑ ΤΟ SET ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «BACKYARD» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

Σχολιάστε

backyard0025

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από το set “Backyard”)

Ο  Giorgio  Agamben γράφει στο έργο του Βεβηλώσεις σχετικά με τις αγαπημένες του φωτογραφίες τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, στις φωτογραφίες που αγαπώ, που δεν θα ήθελα με τίποτα να παρασιωπήσω.  Πρόκειται για μια απαίτηση: το υποκείμενο που συλλαμβάνεται στη φωτογραφία απαιτεί κάτι από εμάς. Η έννοια της απαίτησης με απασχολεί ιδιαίτερα και δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με μια πραγματολογική αναγκαιότητα. Ακόμη κι αν το πρόσωπο που είχε φωτογραφηθεί λησμονήθηκε εντελώς, ακόμη κι αν το όνομα του σβήστηκε για πάντα από τη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και τότε- καλύτερα: ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο- εκείνος ο άνθρωπος, εκείνο το πρόσωπο, αξιώνουν το όνομα τους, απαιτούν να μη λησμονηθούν» [1].

Στο «Backyard»  η ενικότητα εκβάλει στην απώλεια. Ταυτόχρονα όμως ο χρόνος δεν είναι μόνο ενεστώς∙  αντίθετα έχει εσχατολογική προοπτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υποκείμενο εκμηδενίζεται. Οι στιγμές που ενίοτε μπορεί να φαίνονται κοινότοπες ή πολύ «καθημερινές» αποκτούν στο «Backyard» άλλη διάσταση: εμπεριέχουν οιονεί την αγκαμπενική «απαίτηση», την κατάφαση στη μνήμη, τον εξοστρακισμό της λήθης, την αποθέωση της ετερότητας.

 

Ηράκλειο, 16 Απριλίου 2014

Γ. Μ. Βαρδαβάς

 

[1]. Βλ. Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφραση: Π. Τσιαμούρας, εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2006, σελ. 39.

[πηγή]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΕΙΟΥ (ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ “UNCANNY” ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

Σχολιάστε

6328179497_6c830b802a_b

Φωτογραφίες: Λουκάς Βασιλικός (από τη σειρά φωτογραφιών “Uncanny”)

Ὁ ὄρος μόνο φαινομενικὰ ἐμφαίνει τὸ μὴ οἰκεῖο. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἔχει μιὰ ἀποφατικὴ ἀμφισημία: εἶναι τὸ οἰκεῖο καὶ τὸ μὴ οἰκεῖο ταυτόχρονα.

8241410912_b84c68c91b_b

Τὰ σημαινόμενα τοῦ ὄρου πολλαπλά: ἀνεστιότητα, μυστήριο, ἀλλόκοτο, ἀπόκοσμο, ἄγνωστο. Σ’ αὐτὰ ἄς προστεθοῦν ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἐσχατολογικὴ διάσταση τοῦ χρόνου.

3675206052_f09054445d_o

Ἔτσι φτάνουμε στὰ αἰώνια ζητούμενα τῆς ὕπαρξης, τῆς Τέχνης καὶ τῆς φιλοσοφίας μὲ κορωνίδα τὴν περὶ θανάτου ἀγνωσία μας.

Ἡράκλειο 22 Αὐγούστου 2013

Γ.Μ.Βαρδαβᾶς

[πηγή]

Σημ. «Αναγνώσεων» : Ολόκληρη η σειρά φωτογραφιών «Uncanny» του Λουκά Βασιλικού είναι προσβάσιμη εδώ ή εδώ.

***

[update 6/9/2018]: Τμήμα του Uncanny Project του Λουκά Βασιλικού δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Burn: [ http://www.burnmagazine.org/essays/2018/09/lukas-vasilikos-uncanny/ ]

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

2 Σχόλια

Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4339-7.

Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…

Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης «ανάπτυξης» αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το «κατέχειν», την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν «καταξίωση». Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:

«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).

Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  «δανεισμό» των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.

Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:

Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).

Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!

Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

«Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής» : Το «ἀεὶ σχοινοβατεῖν» της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά»

3 Σχόλια

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: «Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;». Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο «Η νεκροψία της ψυχής μας» (εφημ. «Πατρίς», 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- «υπάρχειν»). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: «Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς».

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  «Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα» (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το «Να ζεις» είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι «πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου» (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: «Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις» (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του «Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου«, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα «Μια στάλα ζωής», σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα «Στην Προκυμαία», σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Ένα βιβλίο που θα σας καθηλώσει: Terry Eagleton, Λογική, Πίστη και Επανάσταση

10 Σχόλια

Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μετάφραση Πέτρος Γεωργίου,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-16-4209-3.

Ο Terry Eagleton δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι γνωστό ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους διανοούμενους. Στο νέο του βιβλίο Λογική Πίστη και Επανάσταση ο Eagleton καθηλώνει τον αναγνώστη όχι μόνο με την αντικειμενικότητα και την ευρυμάθεια του, αλλά κυρίως διότι λέει αλήθειες. Αλήθειες που ενοχλούν εκατέρωθεν (ενθέους και αθέους), αλλά αλήθειες αμείλικτες. Απέναντι σε έναν άκρατο επιστημονικό θετικισμό με έντονο δογματισμό και επιδερμική απλοϊκότητα (τύπου Dawkins) ο Eagleton προτείνει μια ριζοσπαστική ανάγνωση του χριστιανισμού, καταδικάζοντας ταυτόχρονα τη θεσμική του έκφραση για προδοσία έναντι των ριζοσπαστικών του καταβολών. Στη διελκυστίνδα πίστης και επιστήμης παρεμβάλλεται η πολιτική:

Το διακύβευμα εν προκειμένω δεν είναι κάποιο συνετά αναμορφωτικό πρόγραμμα, τύπου έγχυσης καινούργιου κρασιού σε παλιά μπουκάλια, αλλά μια πρωτοποριακή αποκάλυψη του απολύτως νέου – ενός καθεστώτος τόσο επαναστατικού, που υπερβαίνει κάθε εικόνα και λόγο, μιας ηγεμονίας της δικαιοσύνης και της αδελφοσύνης που κατά τους περί τα Ευαγγέλια γράφοντες εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα μέσα σε αυτόν τον χρεοκοπημένο, depasse, ναυαγισμένο κόσμο. Καμία μέση οδός δεν επιτρέπεται εδώ: η επιλογή μεταξύ της δικαιοσύνης και των εξουσιών αυτού του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρη και απόλυτη, ζήτημα θεμελιακής σύγκρουσης και αντίθεσης. Εδώ το ζητούμενο είναι ένα κοφτερό σπαθί, όχι ειρήνη, συναίνεση και διαπραγμάτευση. Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο, κάτι που αναμφίβολα του το κρατάει ο Ντίτσκινς*. Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στον ναό της Ιερουσαλήμ. (Eagleton,μν.εργ.,σελ. 45).

Η αναμέτρηση με τη σκέψη του Eagleton δεν θα είναι εύκολη για όσους εμμένουν στις «βεβαιότητες» τους (ένθεοι ή άθεοι, αδιάφορον). Παραθέτουμε ένα «νόστιμο» τμήμα από την κριτική του Eagleton στον Dawkins:

Επειδή η ύπαρξη του κόσμου δεν υπόκειται σε καμία αναγκαιότητα, δεν μπορούμε να συναγάγουμε τους νόμους που τον κυβερνούν από απριορικές αρχές, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε το πως λειτουργεί στην πραγματικότητα. Αυτό είναι έργο της επιστήμης. Υπάρχει λοιπόν μια περίεργη σχέση ανάμεσα στο δόγμα της δημιουργίας από το τίποτα και στον επαγγελματικό βίο του Ρίτσαρντ Ντόκινς. Χωρίς τον Θεό ο Ντόκινς θα ήταν άνεργος. Οπότε είναι άκρως αγενές εκ μέρους του το να αμφισβητεί την ύπαρξη του εργοδότη του.

(T. Eagleton, μν. έργον,σελ. 26-27).

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Eagleton ορίζει την πίστη:

Οι άνθρωποι καλούνται να μην κάνουν τίποτα περισσότερο από το να αναγνωρίσουν, μέσα από την πράξη της αγαπητικής συγκατάνευσης που ονομάζεται πίστη, το γεγονός ότι ο Θεός είναι με το μέρος τους ό,τι κι αν γίνει. Ο Ιησούς δεν έχει στην πραγματικότητα παρά ελάχιστα πράγματα να πει γύρω από την αμαρτία, αντίθετα με πλήθος φιλοκατήγορων οπαδών του. Η αποστολή του είναι να αποδεχτεί την αδυναμία των ανθρώπων, όχι να τους την τρίψει στη μούρη. (μν. εργ., σελ. 41).

Η εν λόγω ριζοσπαστική «ανάγνωση» του Eagleton δεν σημαίνει ότι αποστασιοποιείται από τις θεμελιακές μαρξιστικές καταβολές του. Στον Πρόλογο του βιβλίου ασκεί σκληρή κριτική στη θρησκεία: «Η θρησκεία έχει επιφέρει ανείπωτη εξαθλίωση στα ανθρώπινα πράγματα. Ως επί το πλείστον έχει υπάρξει μια βρομερή ιστορία μισαλλοδοξίας, δεισιδαιμονίας, ευσεβών πόθων και καταπιεστικής ιδεολογίας» (μν.εργ.,σελ.11). Ωστόσο ασκεί δριμύτατη κριτική και σε όσους επικριτές της  «αγοράζουν την απόρριψη της θρησκείας σε τιμή ευκαιρίας» , ενώ οι ίδιοι «διακατέχονται από τόσο βαθιά άγνοια και προκατάληψη ώστε να συναγωνίζονται τη θρησκεία» (ό.π.).

Ας δούμε τι λέει ο Eagleton περί χριστιανικής αγάπης:

Κατά τη χριστιανική διδασκαλία η αγάπη και η συγχώρεση του Θεού είναι αδίστακτα ανελέητες δυνάμεις, που ξεσπούν βίαια επάνω στην προστατευτική, αυτοεκλογικευτική μικρή μας σφαίρα, διαλύοντας τις συναισθηματικές ψευδαισθήσεις μας και αναποδογυρίζοντας βάναυσα τον κόσμο μας (…)

(…)Αν δεν αγαπάς είσαι νεκρός κι αν αγαπάς θα σε σκοτώσουν. Ορίστε λοιπόν η επαγγελία των παραδείσιων απολαύσεων ή το όπιο των μαζών, η παρηγοριά σας του γλυκού βλέμματος και η ευλάβεια των χλωμών παρειών.(…)

(μν.έργ.,σελ. 43-44)

Είναι τόσο πλούσια η θεματική του βιβλίου που σε κάθε σελίδα του ο αναγνώστης θα βρει κάτι που θα τον ενθουσιάσει, θα τον προβληματίσει ή μπορεί και να τον εκνευρίσει. Έτσι είναι όμως τα μεγάλα έργα. Κλείνοντας τη μικρή αυτή παρουσίαση νομίζουμε ότι αξίζει ο αναγνώστης να δει πως ορίζει ο Eagleton την «οικτρή κατάσταση»(σελ. 46) αλλά και το «μαρτύριο»(σελ. 48).

Σημ.: Οι ανωτέρω επισημάνσεις αφορούν το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου («Τα αποβράσματα της Γης», σελ. 17-72). Μια αναλυτική διαπραγμάτευση θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο. Σε τελική ανάλυση, έργα τέτοιας αξίας απαιτούν όχι μόνο την προσοχή, αλλά και την άμεση μετοχή του αναγνώστη στο βαθυστόχαστο περιεχόμενο τους.

——————————

*[Πρόκειται για παιγνιώδη σύμπτυξη των επωνύμων  Ντόκινς-Χίτσενς από το συγγραφέα «χάριν ευκολίας»(μν. έργον, σελ. 19) ].

25-12-2011

Γ.Μ.Βαρδαβάς

***

update 29-12-2011:

Συνέντευξη του  Terry Eagleton για το «Λογική,Πίστη,Επανάσταση»(Αριστερά και Πολιτική Θεολογία)

Προς έναν «εγκάρδιο» ορθολογισμό: από την κλειστή μονοτροπία στο «ηδέως ζην»-Σκέψεις και αναγνώσεις με αφορμή την «Αλχημεία της ευτυχίας» του Νικόλα Σεβαστάκη

3 Σχόλια

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας– Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις  Πόλις, 4η έκδοση, Αθήνα 2001,ISBN: 960-8132-06-1

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Το βιβλίο του Ν. Σεβαστάκη Η αλχημεία της ευτυχίας (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2001) περιλαμβάνει 19 δοκίμια και ένα υστερόγραφο. Απέναντι στις απλουστευμένες «συνταγές ευτυχίας» της νεοεποχίτικης «ειδωλολατρίας», του νεοπαγανισμού και του άκρατου οικονομισμού ο συγγραφέας προτείνει έναν «εγκάρδιο ορθολογισμό», που δεν είναι δογματικός, ούτε φανατικός αλλά γνωρίζει τα όρια του και του «αρέσει» η διαλεκτική σύνθεση. Και το κυριότερο: «αναγνωρίζει τη σημασία του μυστηρίου και της μεταφυσικής μέσα στα όρια της δημοκρατίας».

Πόνημα εργώδες, γλώσσα που γοητεύει με την ποιητικότητα της, πολιτική ανάλυση ουσιαστική, υπαρξιακή διάσταση απτή σε κάθε σελίδα.

Ένα βιβλίο ακατάλληλο για όσους έχουν βυθιστεί στην «ησυχία» τους και δεν ψάχνουν να βρουν τις ατραπούς που τρέφουν την κριτική σκέψη, για τους νεοπαγανιστές που δεν βλέπουν τίποτα πέρα από τον «κόσμο», για τους θιασώτες της υπαρξιακής «ευκολίας» και «βολής».

Αντίθετα το βιβλίο είναι κατάλληλο για όσους -με κόντρα τον καιρό- εξακολουθούν να είναι πνευματικά ανήσυχοι, για όσους δεν περιορίζουν την έννοια της πολιτικής μόνο στην κομματοκρατία αλλά γνωρίζουν τις πολυποίκιλες προκείμενες της, για όσους δεν εμμένουν πεισματικά στην «αλήθεια» τους, για όσους συνεχώς αναζητούν το νόημα της υπάρξεως.

Τα υπαρξιακά –και όχι μόνο- ερωτήματα είναι εύκολο να διατυπωθούν, αλλά δύσκολο να απαντηθούν (κάποια μένουν αναπάντητα εις το διηνεκές). Μπροστά στο φαινομενικό αδιέξοδο ο συγγραφέας προτείνει τη δύσκολο οδό: μελέτη, μόχθο, έρευνα, διάκριση, συνεχή πνευματική εγρήγορση, αξιολογική σύνθεση.

Δίνοντας χώρο και στη μεταφυσική μέσα στα όρια της πολιτικής δείχνει ανοικτά ότι αποστασιοποιείται από τη συνήθη «Βουλγάτα» των επιδερμικών μονισμών και της κυρίαρχης μονοτροπίας.

Η περιγραφή του σύγχρονου πολιτικού-υπαρξιακού διακυβεύματος  είναι χαρακτηριστική: «Η απειλή σήμερα στρέφεται αδιακρίτως και εξίσου εναντίον του κριτικού, τραγικού και δημοκρατικού ατόμου που κατανοήθηκε ως πρόσωπο, ως σχέση με τον άλλον άνθρωπο» (μν. έργον, σελ. 36).

Με γλώσσα που ξαφνιάζει ο συγγραφέας περιγράφει το «μενού της παγκοσμιοποίησης»: «Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρίας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης» (ό.π., σελ. 44).

Ως αντίβαρο στο πολιτικό διακύβευμα της «νέας εποχής» ο συγγραφέας προτείνει μια «δημιουργική πολυπραγμοσύνη». Ας δούμε την πρόταση του: «Στην ενδοσκοπική, αυτοαναφορική και υποχονδριακή «εσωτερικότητα» της νέας εποχής αντιπροτείνουμε μια δημιουργική πολυπραγμοσύνη: μετοχή στη διπλή αλήθεια του κοινωνικού ατόμου, στην αμφίτροπη αρμονία-δυσαρμονία ποιητικού και πολιτικού ανθρώπου. Τούτο δεν έχει σχέση με την επαναφορά της φιγούρας του «στρατευμένου» πολίτη(…)[αλλά] «μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για να δώσει κανείς νόημα και πλούτο στην εσωτερικότητα του χρειάζεται, συχνά, να βγει απ’ αυτή, να περιπλανηθεί, να ταξιδέψει στη βία της ιστορίας, να μεσολαβήσει τα ακριβά του αιτήματα με τις μορφές της συλλογικής ζωής. Η πολιτική είναι μια τέτοια περιπλάνηση και παραπλάνηση του εσωτερικού των ανθρώπων μέσα στην ανάγκη. Περιπλάνηση που συνιστά όμως συγκεκριμένη ελευθερία, ελευθερία και απώλεια μαζί, άρνηση της πλήρους κατοχής, του αποκλειστικού και μοναχικού κέρδους. Εκεί που υπερβαίνουμε την ιδέα ότι θα είμαστε πάντα κερδισμένοι, πως θα κατέχουμε εσαεί το όλο νόημα της ζωής μας, εκεί προετοιμαζόμαστε για την αυθεντική πολυπραγμοσύνη» (ό. π., σελ. 183-184).

Συνελόντι ειπείν η «Αλχημεία της ευτυχίας» είναι ένα αξιοεντρύφητο  ανάγνωσμα, ένα βιβλίο αναφοράς που αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί. Από τη δική μας «διπλή ανάγνωση» παραθέτουμε ένα μικρό χρονολόγιο:

 

Ημερολόγιο ανάγνωσης

1

 «Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα» (σελ.18-25)

Η ανάλυση του συγγραφέα στο εν λόγω δοκίμιο είναι καταλυτική. Ο συγγραφέας προσεγγίζει κριτικά τη στοχοθεσία της Νew Αge «νέο-ειδωλολατρίας», υπογραμμίζοντας ότι το διακύβευμα είναι η υποθήκευση της -κατά Καστοριάδη-«ανοικτής ερώτησης», που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επαναφέρει τη «δεσποτική μοίρα», υπονομεύει το πρόσωπο και αναδεικνύει το νεοφιλελεύθερο άτομο. Καλλιεργεί έναν «πειθαρχημένο» και υπάκουο ανθρωπολογικό τύπο και συνθέτει νηπιώδη μεταφυσική και οικονομισμό. Κατά συνέπεια δεν είναι  καθόλου τυχαίο ότι ο τύπος διανοούμενου που προβάλλει είναι ο «γκουρού».

Αλλά καλύτερα ας μιλήσει ο συγγραφέας (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 (…)[σελ.22]Η υπόθεση που κάνουμε είναι ότι οι αλχημείες της ευτυχίας και οι ανορθολογικές ειδωλολατρίες υποθηκεύουν τη δυνατότητα της «ανοικτής ερώτησης» (Καστοριάδης) που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας. Αυτή η προδοσία είναι διπλή, εκ των ένδον και εκ των έξω.

Εσωτερικά προέρχεται από το είδωλο του νεοφιλελεύθερου ατόμου και των κοινωνικών-πολιτισμικών μηχανισμών που του αντιστοιχούν.

Εξωτερικά, εμφανίζεται ως άρνηση των βασικών αξιών του πολιτικού ανθρώπου και του χριστιανικού προσώπου, αξίες που γεννήθηκαν γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου και ταυτίστηκαν με τη μοίρα της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας(…)

 (…) [σελ.24] Ζούμε στο μυστικισμό της παγκόσμιας τεχνοαγοράς αλλά κατοικούμε και μια δημοκρατική ιστορία που δεν έχει τελειώσει. Η ελευθερία έχει κάνει τεράστια άλματα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν περισσότερο και καλύτερα, παρά τις ανισότητες, τις φτώχιες, τις μελανές κηλίδες στο σώμα του πλανήτη.

Θέλω να επιμείνω στην ιδέα πως ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της παγκοσμιοποίησης προδίδει τη δημοκρατική υπόσχεση σε ό, τι θεμελιωδέστερο έχει: αποκαθιστά την «ιδέα» μιας δεσποτικής μοίρας, ενός δικτύου από ανεξέλεγκτα συμβάντα, ιδέα που είναι ουσιαστικά ξένη στην ελληνοδυτική αλλά και στη χριστιανική πνευματικότητα. Γι’ αυτό και ο τύπος διανοουμένου που αντιστοιχεί στο σύστημα αυτό είναι ο γκουρού(…)

(…)Πειθαρχία είναι το σύνθημα του. Έλεγχος της ανα-[σελ.25]πνοής, τεχνικές χαλάρωσης, διευρυμένη συνείδηση. Πειθαρχία και εβδομήντα ώρες εργασίας την εβδομάδα για υπερδικτυωμένα στελέχη. Ιδού το νέο ανθρωπολογικό μοντέλο ενάντια στη «φυγοπονία»!(…)

(…)Αυτό είναι το καινούργιο μήνυμα των καιρών. Η σύνθεση της απλουστευτικής μεταφυσικής και του οικονομισμού, η απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και ο έρωτας της με τη… θεραπευτική θρησκεία. Μόνο που αυτή η θρησκεία μοιάζει όλο και περισσότερο με την πορνογραφία: δεν αφήνει καμία έκπληξη, κανένα χώρο πραγματικής ελευθερίας στον κοινωνό της. Τον αφήνει απλώς «ελεύθερο» να παίξει την προγραμματισμένη του φάση και να επιδοθεί στη μηχανική τελειότητα των διαλογισμών ή των ασκήσεων του. Τον προορίζει για μια σωτηρία που προκύπτει από τη βέλτιστη συνδυαστική τεχνικών και ασκήσεων. Μέχρι τον αεροβικό θάνατο ή την ανορεξική φθίση.

Αποσπάσματα από το 1ο δοκίμιο:

«Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα», σελ. 22,24-25

***

2

«Η Ασιατική Μαγγανεία» (σελ.26-37)

Καίριες επισημάνσεις για τα κύματα του «νεοασιατισμού» στη δυτική κουλτούρα και της γενικευμένης ακρισίας που στην ουσία «ευαγγελίζεται» ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος, περιλαμβάνονται στο προκείμενο δοκίμιο. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 [σελ.28] Οι ανατολικοί μυστικισμοί έρχονται λοιπόν να γεμίσουν τα κενά της ιδιωτικής ηθικής του σύγχρονου ανθρώπου. Και εδώ είναι το πρώτο μεγάλο παράδοξο: φιλοσοφίες ζωής που συνδέονται με κοινωνίες οι οποίες αγνοούν το άτομο, με τη δυτική έννοια του υπεύθυνου υποκειμένου και φορέα δικαιωμάτων, του ατόμου ως αυταξίας και μοναδικότητας, ανακαλύπτονται για να καλύψουν τις πνευματικές ανάγκες αυτού του ατόμου! Παράδοξο που ωστόσο δεν είναι τόσο ανεξήγητο αν σκεφτεί κανείς δυο πράγματα:

Πρώτον, ότι ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός την ίδια στιγμή που δοξολογεί τον ατομικισμό εγκαταλείπει το [σελ.29] άτομο ως ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα. Στη θέση του αναγνωρίζει μόνο τον οικονομικό δρώντα, το μέλος της παγκόσμιας αγοράς.

Δεύτερον, ότι η παρακμή των θεσμών και συμβόλων κύρους ευνοεί τον άγονο υποκειμενισμό και τις μορφές έκφρασης που έχουν θολό ή αυθαίρετο θεσμικό χαρακτήρα.

Υπάρχει λοιπόν μια συνάφεια μεταξύ του σύγχρονου καπιταλιστικού λόγου και της διαρκούς εμφύτευσης του ανατολικού μυστικισμού στη δυτική κουλτούρα. Η αμοιβαία έλξη των δυο φαινομένων έχει να κάνει με μια ιδέα της ευδαιμονίας αποσπασμένης από το πρόβλημα της ελευθερίας και της πολιτικής ζωής. (…)

 [σελ.32](…) Μια άβυσσος χωρίζει λοιπόν τον άνθρωπο της μη-κρίσης από τον δημοκρατικό άνθρωπο. Και αυτή η άβυσσος δεν αφορά μόνο τη δημόσια αρετή, την πολιτική ευψυχία αλλά και την υπαρξιακή ανάπτυξη, την άνθηση του προσωπικού ευαισθησιακού χώρου. Υποστηρίζω δηλαδή ότι μια ηθική της μη- κρίσης και της αποδοχής του παντός είναι ξένη και εχθρική προς την ίδια τη δυνατότητα της προσωπικής ευδαιμονίας εντός της κοινωνίας. (…)

Αποσπάσματα από το 2ο  δοκίμιο:

«Η Ασιατική Μαγγανεία», σελ.28-29, 32.

***

3

«Ο μουσικός άνθρωπος» (σελ.77-85)

Ο λόγος στο συγγραφέα(σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.79](…) Οι άγιοι, παρά το σκυθρωπό των αγιογραφιών, εικαστικών ή γραπτών, είχαν πάντοτε μια συγκινητική απλότητα: έκαναν το καλό και το δίκαιο «δίχως το ψέμα του μεγάλου στυλ», δίχως τη μανιέρα του μεγάλου μάγου ή της απρόσιτης ιδιοφυίας(…)

[σελ.80] (…)Η ιστορία του ενσαρκωμένου πνεύματος –πρακτικού και μεταφυσικού- έχει λοιπόν μια δική της μουσικότητα, φτιαγμένη από συγχορδίες, διέσεις, αντιστίξεις και ημιτόνια.(…).Έχουμε έτσι πολλές μουσικές οντότητες σε αυτή την ιστορία: τη μουσική του πιστού και τη μουσική του σκεπτικιστή, την τονική κλίμακα της αρετής και αυτής των παθών, τη μουσική της ελευθερίας και εκείνη της υποδούλωσης ή της δουλοπρέπειας.

Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν μια μεταφορά, ένα λίγο πολύ ποιητικό δάνειο για να μιλήσουμε περί «ιστορίας». Όμως το υποκείμενο στο οποίο αναφερόμαστε αρχίζει με μια πράξη ακρόασης. Το Εν Αρχή Ην ο Λόγος εμπεριέχει ήδη τη δυνατότητα της ακρόασης μιας σημαίνουσας αγγελίας: τη δυνατότητα της ποίησης και της μουσικής ως πρωτεύουσα διάσταση της σχέσης του ανθρώπου με το Λόγο. Αυτή η σχέση με το Λόγο του Θεού υποδεικνύει πως, εξαρχής, ο δικός μας κόσμος εγγράφεται σε μια «προσαγόρευση», μια σχέση ιδίας ακρόασης και υπ-ακοής. Η μουσική σε τούτη την απαρκτήρια προσαγόρευση, συδαυλίζει και επιτελεί συγχρόνως μια σχέση με το υπερβατικό, με το ά-μετρο. Το άμετρο του κάλλους, της αγάπης ή της δικαιοσύνης ανάλογα με τον κόσμο μέσα στον οποίο αρτιώνεται η μουσική της πράξης.(…)

[σελ.83](…)Η μετανεωτερικότητα μοιάζει ωστόσο να υποκαθιστά τον πληθυντικό με τον κατακερματισμένο εαυτό ο οποίος δεν επιτυγχάνει τη συνοχή του ψυχικού του κόσμου αλλά τη συρραφή των κομματιών του σε πρόχειρες ή ετοιμόρροπες συνθέσεις. Ή ακόμα, φτάνει σε μια συνοχή μονιστικού χαρακτήρα με σοβαρές απώλειες στις άλλες πλευρές της ύπαρξης του(…).

Αποσπάσματα από το 7ο  δοκίμιο:

 «Ο μουσικός άνθρωπος»,σελ.79,80,83

***

4

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς» (σελ.118-130)

Στο παρόν δοκίμιο ο αναγνώστης θα βρει απαντήσεις, μεταξύ άλλων, στα παρακάτω ερωτήματα:

Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει σε μια σχεδόν νηπιώδη μεταφυσική; Για ποιους λόγους ο νεοπαγανισμός και η νεοειδωλολατρία είναι σε έξαρση στην εποχή μας; Γιατί ανθούν η παρα-ιστορία, η παρα-φιλολογία και οι θεωρίες συνωμοσίας; Γιατί η προσωποκεντρική μεταφυσική δεν δίνει «έτοιμες λύσεις»; Τι νοηματοδοτεί  η μεταφυσική του προσώπου; Γιατί ο νέο-γνωστικισμός επανεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο;

Παραθέτουμε εν συνεχεία ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το δοκίμιο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ. 119] (…) Η πνευματική ανησυχία είναι πάντως το λιγότερο που θα περίμενε κανείς σε έναν κόσμο που θέλει παρηγοριά και λήθη. Η αχίλλειος πτέρνα των στρατευμένων λόγων είναι συνήθως η περιφρόνηση της για την κόπωση των ανθρώπων, για την ανάγκη της να αποσύρονται, έστω για λίγο, έξω από την σκληρότητα των λέξεων, των πράξεων, των αποφάσεων, των λογισμών. Σκέφτομαι πως ένα μέρος της γοητείας που ασκούν οι ανορθολογικές «σοφίες» στους σύγχρονους οφείλεται σε τούτο: επιτρέπουν στο άτομο να νιώσει λίγο απαλλαγμένο από την ιστορία και της θορύβους της, του παραχωρούν ένα άνετο κάθισμα στην παρα-ιστορία ή στη μετα-ιστορία. Εξ ου και η τεράστια επιτυχία των συνωμοσιολογικών θεωριών, της [σελ.120] αστρολογικής εξήγησης ή της παραεπιστημονικής φιλολογίας που «ανατρέπει»  με εξωφρενικούς συλλογισμούς τα κατεστημένα παραδείγματα της επιστήμης(…).  

[σελ.121] (…) Ακόμα και οι μεταφυσικές που δεν απορρίπτουν την ιστορία αλλά διατηρούν μια πιο περίπλοκη σχέση μαζί της, αντιμετωπίζουν την αδιαφορία των συγχρόνων οι οποίοι προτιμούν άλλες, περισσότερο εξωφρενικές και «πιπεράτες» αφηγήσεις(…)

[σελ. 123] (…) Ο Λόγος όμως γίνεται εγκάρδιος και λυτρωτικός όταν (…) αναγνωρίζει το ανείπωτο, τα ίδια του τα όρια και τις ευθύνες των ελευθεριών που επιτρέπει στην πράξη, στη σκέψη, στο σώμα των ανθρώπων. Η ανοησία του υλισμού βρίσκεται συνεπώς όχι στο γεγονός πως αρνείται την αξιοπρέπεια του πνεύματος αλλά στο ότι γι’ αυτόν ιστορία και φύση περικλείουν τα πάντα, όλο το νόημα στο εσωτερικό τους. Μα αν ο δογματικός υλισμός παλαιού τύπου έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο, ο σύγχρονος παγανισμός έχει καταλάβει την ηγεμονία προσπαθώντας να δολοφονήσει τα γονιμότερα στοιχεία του αστικού πνεύματος (…).

[σελ.126] (…) Το πρόβλημα που επισημάναμε σχετικά με τον (νεο)παγανισμό δεν είναι θεολογικό αλλά πολιτισμικό: ότι καταλήγει σχεδόν πάντοτε στον αντιανθρωπισμό και στην απάρνηση του πολιτικού λόγου. Τούτο συμβαίνει ακριβώς επειδή ο νεοπαγανισμός δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλο από το είναι του ανθρώπου και του κόσμου και έτσι διαφθείρει το άνοιγμα του ανθρώπου στο άπειρο. (…)

[σελ. 127] Αντίθετα, η μεταφυσική εμπειρία που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αστροναυτική αλλά προσωποπλευστική. Γίνεται χαρά του κόσμου μέσα στο όριο του, αυτό που πέραν του κόσμου και των γεγονότων χαρίζει τη δίψα της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας.

Από αυτή την άποψη, επανεκτιμούμε τη χριστιανική εξαγγελία ως ορίζοντα όπου τα έσχατα ερωτήματα (ο θάνατος και η νίκη επί του θανάτου, το νόημα της ύπαρξης, η αγάπη, η σχέση με τον Πλησίον) δεν ευτελίζονται σε ψυχολογικές και μυστικιστικές κατηγορίες αλλά συγκροτούν την ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου. Μια αξιοπρέπεια μεταφυσική που νοηματοδοτείται μεν από το πέραν του κόσμου αλλά όχι από ένα μαγικό «υπερφυσικό» Πράγμα.(…)

[σελ. 128](…) Μόνο οι «σοφίες» που διαβλέπουν σε κάθε ενσάρκωση μια πτώση, μια καταστροφή και αλλοίωση του Λόγου, μόνον αυτές αντιστρατεύονται δομικά τον ανθρωπισμό. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για μια Γνωστική τάση (με την έννοια της αναφοράς της αντιλήψεις του Γνωστικισμού) η οποία επανεμφανίζεται σταθερά στην ιστορία(…).

Το μόνο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι πως το άνοιγμα στην υπέρβαση όπως νοείται στη χριστιανική παράδοση και ο «υπερβατισμός» όπως πωλείται της Γνωστικές σοφίες, παλαιές και μοντέρνες, διαφέρουν ριζικά και τούτη η διαφορά είναι σημαντική. Στην πρώτη περίπτωση η υπέρβαση και η επιθυμία της δεν αναιρούν την προσωπική ευθύνη και δεν επιτάσσουν την άρνηση της ιστορίας χάριν μιας φαντασιακής καθαρότητας και τελειότητας. Ενώ ο «υπερβατισμός» προσφέρει πάντα μιαν υπόσχεση απαλλαγής του εαυτού από το βάρος της μετοχής του στην κοινωνία. Γι’ αυτό και στις σύγχρονες ευτελείς εκδοχές του, στα πλαίσια των συνταγών Ευτυχίας και εσωτερικής Αλήθειας, φαντάζει γοητευτικός και παραμυθητικός. Συναρμόζεται δηλαδή εύκολα με τον ατομικισμό του συρμού στο βαθμό που τόσο ο «υπερβατισμός» [σελ. 129] όσο και ο «νατουραλισμός», τόσο ο φωτισμένος όσο και ο οικονομικός εαυτός διεκδικούν τη φυγή από την ευθύνη, τη δραπέτευση από το κάλεσμα του άλλου.(…)

Αποσπάσματα από το 12ο  δοκίμιο:

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς», σελ.119-121,123,126-129.

***

5

«Εγκώμιο των μορφών» (σελ.153-166)

Στο δοκίμιο αυτό εξετάζονται ο σύγχρονος ανορθολογισμός, η συναλληλία «διαλογισμού» και σύγχρονου μάρκετινγκ και η συμμαχία τους στην περιφρόνηση της μορφής, των θεσμών και των αξιών (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.155](…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός, όποια κι αν είναι η έκφραση του, απομονώνει το αίτημα της ευτυχίας, το φετιχοποιεί και το αντιδιαστέλλει στην κριτική σκέψη. Στη θέση της κριτικής σκέψης ενθρονίζει το «διαλογισμό» ή τη θεοποίηση του ενστικτώδους βιώματος. Στην περίπτωση των διαλογιστικών εμπειριών ο «εσωτερικός εαυτός» αναδιπλώνεται στα ωκεάνια βάθη του, αποσύρεται από τους θορύβους της κοινωνίας ή τις οχλήσεις της πολιτικής πραγματικότητας αναζητώντας μια γαλήνη εργαστηρίου: γαλήνη τεχνητή, αδιάφορη δεκτικότητα στο Παν, απορρόφηση του εαυτού στην ανιστορική του ψυχή. Όσο για τη λατρεία του βιώματος και του ενστίκτου, η αλλεργία για την κριτική σκέψη διαπιστώνεται ακόμα πιο έκδηλη. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα «σκέψεις» των εγχειριδίων του  μάρκετινγκ και όλους τους συνταγογραφικούς οδηγούς του καλού πωλητή.(…)

(…) τόσο οι διαλογιστικοί όσο και οι ενστικτο-καπιταλιστικοί λόγοι δονούνται από όμοια περιφρόνηση για τις μορφές. Συλλαμβάνουν τη ζωή ως μια ενεργειακή ροή που καταστρέφει κάθε «νόμο» και κάθε αξία, κάθε στατική και [σελ.156] αφηρημένη μορφή. Αυτό που προτάσσουν είναι η παρακολούθηση της κίνησης των αναγκών της αγοράς ή των αναγκών του εαυτού, η φυσική προσχώρηση της σκέψης στη «ροή» του έσω ή έξω κόσμου. Στη συνήθη περιφρόνηση του χρηματιστή για τις ρυθμιστικές νομοθεσίες και στη χλεύη του γκουρού για τα ηθικά και πολιτικά κριτήρια του «ακάθαρτου και αφώτιστου κόσμου» πρυτανεύει τελικά η ίδια αντιθεσμική και ζωική (βιταλιστική) απάρνηση της σκέψης και των τόπων της (…).

(…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός αφορά περισσότερο την προώθηση μορφών ζωής ασύμβατων με την πολιτική συνείδηση, την ηθική δέσμευση και την κριτική δραστηριότητα των ανθρώπων. Είναι ένα ρευστό πλαίσιο λόγων και πρακτικών που αποσυνδέουν το αίτημα της ευτυχίας από την έγνοια για τη δημόσια σφαίρα με την υπερεπένδυση των μικρόκοσμων εις βάρος της συνολικής δημοκρατικής πολιτείας (…).

Αποσπάσματα από το 16ο  δοκίμιο:

«Εγκώμιο των μορφών», σελ. 155-156.

 

23-30 Ιουνίου 2011

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: