Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

Σχολιάστε

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-9797-27-6.

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

«Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος;»

«Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις;»

του Αιμίλιου Καλιακάτσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ημουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Ομως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.

Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Οταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

«Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. Υποτίθεται. Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». «Τον ξέρετε; Εχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιοί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Εχουμε και αλληλογραφία». «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;». «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Ολοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Εχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, σελ. 111-114.

ΠΕΡΙ ΔΙΓΑΜΙΑΣ: ΕΝΑΣ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΙΧΤΕΝΜΠΕΡΓΚ

1 σχόλιο

ΛίχτενμπεργκΠιπέρι και σπασμένες γραμμές: Επιλογή από τα Sudelbücher, μετάφραση-επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2005.

b123649

Στην Αγγλία ένας άντρας που είχε κατηγορηθεί για διγαμία, σώθηκε χάρη στο δικηγόρο του που απέδειξε ότι ο πελάτης του δεν είχε δύο αλλά τρεις γυναίκες.

 

ΛίχτενμπεργκΠιπέρι και σπασμένες γραμμές: Επιλογή από τα Sudelbücher,μετάφραση-επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2005,  σελ.90.

Δυο αφορισμοί του Α. Πόρτσια

Σχολιάστε

Αντόνιο ΠόρτσιαΕπιλογή από τις Vocesμετάφραση-επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, σειρά: Στοχασμοί-3, δ’ έκδοση, Αθήνα 2007, ISBN: 978-960-269-123-6.

21408small

151

Οἱ ἀλήθειες μου διαρκοῦν μέσα μου λίγο· λιγότερο ἀπὸ τὶς ἀλήθειες τῶν ἄλλων.

Αντόνιο ΠόρτσιαΕπιλογή από τις Vocesμετάφραση-επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, σειρά: Στοχασμοί-3, δ’ έκδοση, Αθήνα 2007, σελ. 47.

***

178

Εἶσαι αὐτὸ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ σένα, ὄχι αύτὸ ποὺ εἶσαι.

Αντόνιο ΠόρτσιαΕπιλογή από τις Vocesμετάφραση-επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, σειρά: Στοχασμοί-3, δ’ έκδοση, Αθήνα 2007, σελ. 52.

Ιβάν Γκόλ, Είσαι το βλέμμα…

Σχολιάστε

Ιβάν Γκόλ, Ποιήματα 1920-1950, μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2003.

b79839

 

ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ…

Εἶσαι τὸ βλέμμα ποὺ μὲ περιμένει ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων

ἡ ἀγράμπελη μὲ μάτια χωρὶς βλέφαρα

ποὺ μὲ παραμονεύει κάθε ἄνοιξη

Εἶσαι ἡ πέτρα ποὺ κείτεται

στὸ δρόμο μου ἀπ’ τοὺς πανάρχαιους χρόνους

στραμμένη πάντα, πάντα πρὸς τὸν ἐρχομό μου

ποὺ χάνεται στὸ δειλινό

Εἶσαι ἡ αἰὠνια κοιλάδα

που’ ναι ἁπλωμένη περιμένοντας –

πότ’ ἐπὶ  τέλους θὰ βουλιάξει τὸ βουνὸ μὲς στὰ λιμνάνθεμα!

Ιβάν Γκόλ, Ποιήματα 1920-1950, μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2003, σελ. 238.

Wols, Ποιήματα και αφορισμοί

Σχολιάστε

Wols(1913-1951), Ποιήματα και αφορισμοί: Ακουαρέλλες, σχέδια, φωτογραφίες, μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, β’ έκδοση, Αθήνα 2002, ISBN 960-269-191-3.

b7475151

Ἀνάμεσα σ’ ἐκεῖνον ποὺ παράγει

καὶ σ’ αὐτὸν ποὺ ἀποθησαυρίζει

ἡ διαμάχη δὲν τελειώνει ποτέ.

***

60

Εἶναι ὡραῖο

ποὺ σοῦ ἀρέσει νὰ λὲς ψέματα.

Μὰ ἐπειδὴ ὅλος ὁ κόσμος αὐτὸ κάνει

-ἰδίως οἱ καθὼς πρέπει ἄνθρωποι-

τὸ πράγμα ἀρχίζει κάπου νὰ στραβώνει

καὶ ἡ ἀλήθεια ἔρχεται πάλι στὸ φῶς.

Wols(1913-1951), Ποιήματα και αφορισμοί: Ακουαρέλλες, σχέδια, φωτογραφίες, μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, β’ έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 65,74

Ἕνας κόσμος χωρὶς στρατιῶτες ἔρχεται (Πιὲρ Μπεττενκούρ)

Σχολιάστε

Πιὲρ Μπεττενκούρ, Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μετάφραση: Ἐ.Χ.Γονατᾶς, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2001.

db5a68c4-3c58-41d8-b422-e1495459aa16

ΣΩΠΑΙΝΕΙ

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΑΕΙ ΠΙΑ. Ἔχουν περάσει τόσες μέρες, καὶ σωπαίνει. Ἀποκοιμήθηκε πάλι, ἀφήνοντάς με μόνον, χωρὶς καθοδήγηση, χωρὶς ἐνθάρρυνση. Νὰ τὸν περιμένω, νὰ κάθομαι ἐκεῖ καὶ νὰ τὸν περιμένω.

Θὰ βρέχει γιὰ μῆνες. Οἱ καρποὶ χορτασμένοι νερὸ θὰ πέσουν ἀπὸ τὰ κλαδιά∙ ἀπὸ μέσα τους θὰ ξεμυτίσουν μικρὲς  ἄσπρες κάμπιες, ποὺ δὲ θὰ γίνουν ποτὲ πεταλοῦδες σὰν κι αὐτὲς ποὺ βλέπουμε νὰ τρέχουν ἐπάνω στὸ δέρμα τῶν μικρῶν παιδιῶν.

Τὰ ξύλινα ἄλογα στὴν παραλία θ’ ἀρχίσουν νὰ γυρίζουν στὸν ἄνεμο∙ τὸ κορίτσι τοῦ μικροῦ καπηλειοῦ θὰ βγεῖ ν’ ἁπλώσει ἕνα πανί. Ἕνας κόσμος χωρὶς στρατιῶτες ἔρχεται.

Πιὲρ Μπεττενκούρ, Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μετάφραση:Ἐ.Χ.Γονατᾶς, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2001, σελ.56.

Θέατρο σκιῶν

Σχολιάστε

Λού – Κιάνγκ – Τσέου (Π. Μπεττενκούρ), Θέατρο σκιῶν, μετάφραση: Ἐ.Χ.Γονατᾶς, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2001.

b146212

Φαντάζεσαι ἀρχικὰ ἕνα χῶρο περιορισμένο. Ὕστερα περιμένεις νὰ γεννηθοῦν μέσα σ’ αὐτὸν τὸ χῶρο πρόσωπα. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ παγίδα ὅπου πιάστηκαν. Ἔχουν ἔρθει ἀπὸ ἕναν τόπο δίχως μνήμη καὶ φανερώνονται γιὰ νὰ σκλαβωθοῦν. Σημάδια ἀνάμεσα στὰ σημάδια, ποὺ δίνουν στὴν ψυχὴ τὰ ἐφόδια της γιὰ τὸ ταξίδι.

Λού – Κιάνγκ – Τσέου (Π. Μπεττενκούρ), Θέατρο σκιῶν, μετάφραση: Ἐ.Χ.Γονατᾶς, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2001, σελ. 58.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: