Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό

Σχολιάστε

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό, μετάφραση: Στέλιος Βιρβιδάκης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8106-1.

Το παρόν βιβλίο, το οποίο ο συγγραφέας του δεν πρόλαβε να δει τυπωµένο, βασίζεται στις Διαλέξεις Αϊνστάιν που έδωσε τον Δεκέµβριο 2011 στο Πανεπιστήµιο της Βέρνης και µπορεί να θεωρηθεί ένα είδος πνευµατικής διαθήκης. Η θρησκευτική στάση την οποία ο Ντουόρκιν προβάλλει εκφράζεται µέσα από την αποδοχή της αλήθειας δύο βασικών και συναφών αξιολογικών κρίσεων. Σύµφωνα µε αυτές, η ανθρώπινη ζωή έχει αντικειµενικό νόηµα και το σύµπαν εγγενή αξία. Η αναγνώριση της αλήθειας αυτών των δύο κρίσεων συνεπάγεται πως κάθε άνθρωπος οφείλει να προσπαθεί να ζει καλά, όπως υπαγορεύουν οι ηθικές υποχρεώσεις προς τον εαυτό του και προς τους συνανθρώπους του, και πως είναι σε θέση να νιώθει δέος µπροστά στην οµορφιά του κόσµου. Αυτές τις πεποιθήσεις τις συµµερίζονται κατά κανόνα οι πιστοί των παραδοσιακών θεϊστικών θρησκειών, αλλά, σύµφωνα µε τον Ντουόρκιν, ο θεϊσµός δεν είναι απαραίτητος για τη στήριξή τους. Και οι άθεοι µπορούν να τις συµµεριστούν, υιοθετώντας µια θρησκεία χωρίς θεό. [πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ]

***

Παραθέτουμε την κριτική της Σάρας Θηλυκού που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αυγή» στις 18/8/2019: 

Σχέση χωρίς σύντροφο

Της Σάρας Θηλυκού*

Τον Μπλεζ Πασκάλ και τους Στοχασμούς του θυμήθηκα από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανά χείρας φιλοσοφικής πραγματείας, ο οποίος βεβαιώνει πως ένας άθεος είναι διατεθειμένος να πιστέψει τα πάντα αρκεί να μην χρειαστεί να πιστέψει σε κάποιον θεό. Για τον Ρόναλντ Ντουόρκιν ο αθεϊσμός είναι θρησκεία, με θεό της -μέσα στα αμερικανικά συμφραζόμενα- από το Σύνταγμα μέχρι το μπέιζμπολ. Ο Αμερικανός διανοητής επιθυμεί να απαλλάξει έννοιες όπως η ιερότητα της ζωής, η αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, του σύμπαντος κ.ο.κ. από την παρουσία ενός θεού που να τις κατακυρώνει. Και αυτό γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος κατατρύχεται από τις εμμονές κατεξοχήν του δυτικού πολιτισμού, τη βεβαιότητα και την ανεξαρτησία. Έτσι προτάσσει την έννοια της ηθικής ανεξαρτησίας έναντι της θρησκευτικής ελευθερίας, και το ευ ζην έναντι του θεού, προκειμένου να παρακάμψει την επιλογή για σύναψη σχέσης με έναν προσωπικό θεό -για την ύπαρξη του οποίου δεν είναι βέβαιος- και την ευθύνη που αυτή η σχέση συνεπάγεται -και η οποία θίγει βεβαίως την ανεξαρτησία του.

Μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστά ήδη ο ντεϊσμός από την εποχή του γαλλικού διαφωτισμού, όπου η πίστη σε ένα υπέρτατο ον απομακρυσμένο από τον κόσμο, αποπροσωποποιεί τον κατεξοχήν προσωπικό Θεό-Πατέρα του Χριστιανισμού και βέβαια κλονίζει την έννοια της θείας πρόνοιας. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός περί θεοδικίας και υπάρξεως του κακού εν γένει, αλλά και ο αντίστοιχος στοχαστών θρησκευομένων, όπως οι Πασκάλ και Κίρκεγκωρ, υπέσκαψαν την έννοια της πίστης, όπως έδειξε η Χάνα Άρεντ. Στον 20ο αιώνα μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστούν ήδη τα κινήματα της πρωτοπορίας εισηγούμενα μια τέχνη χωρίς Θεό ή υπερβατικό. Η έννοια της θρησκείας ταυτίζεται εν πολλοίς με μια ιδιότυπη τυραννία της βεβαιότητας, θα την αποκαλούσα, τέτοια που και σήμερα ακόμη να αρνείται σχεδόν την άσκηση της τέχνης σε ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό! Ή την άσκηση της θρησκείας σε ανθρώπους που αμφιβάλλουν. Όμως, ζωή και τέχνη, σε πείσμα του ηθικού μανιχαϊσμού, παραμένουν αβέβαιες, για ενθέους και αθέους, και για αυτό απολύτως σαγηνευτικές. Και η πίστη μπορεί να συμβαδίζει με την επιστήμη, όπως η αμφιβολία με τη θρησκεία. Όπως άλλωστε ο Ντουόρκιν βεβαιώνει «η κοσμική επιστήμη έχει γίνει εντυπωσιακώς παρόμοια με τη θρησκευτική διδασκαλία».

Αλλά και η σύγχρονη μαχητική, λεγομένη, αθεΐα, κρίνεται ανεπαρκής, από εκπροσώπους μάλιστα της μαρξιστικής κριτικής, η οποία δια στόματος Τέρρυ Ήγκλετον εγκαλεί τον Ρίτσαρντ Ντόκινς, κορυφαίο εκπρόσωπο της πρώτης, για το ότι ο τελευταίος θεωρεί υπεύθυνο τον μαρξισμό για τα… γκουλάγκ. Η σύγχρονη αθεΐα πράγματι εξαντλεί όλη της τη δυναμική σε έναν ιστορικό ηθικισμό, μια φιλότιμη απαρίθμηση όλων των θρησκευτικών παρεκτροπών ανά τους αιώνες, αποδεικνύοντας αυτό που ο Ήγκλετον (σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Δημηρούλη) σημειώνει, «πόσο ανίδεοι περί θεολογίας είναι άνθρωποι όπως οι Χίτζενς, Ντόκινς και Ονφρέ». Οι νέοι θρησκευτικοί πόλεμοι κατά τον Ντουόρκιν διεξάγονται στον χώρο της πολιτικής με θέματα αιχμής τη χρήση των θρησκευτικών συμβόλων στον δημόσιο χώρο και την προσευχή στα σχολεία (με κυρίαρχη την επιταγή περί ουδετερότητας), τη σεξουαλική ηθική (με τη νομοθεσία για τις αμβλώσεις), τη μαντίλα (στη Γαλλία λόγου χάρη οι νόμοι Σαρκοζί για τη μαντίλα και τη γενειάδα για… θρησκευτικούς λόγους, καθώς και οι εικόνες γάλλων αστυνομικών σε πλαζ να προσπαθούν να… γδύσουν μουσουλμάνες λουόμενες από τα μπουρκίνι τους νομίζω πως έδειξαν τα αδιέξοδα του πιο κοσμικού κράτους) και τη διδασκαλία της δαρβινικής εξέλιξης (η οποία στην Αμερική κονταροχτυπήθηκε με τον δημιουργισμό και τον νοήμονα σχεδιασμό).

Πάντως η απόφανση της σύγχρονης Φυσικής διά στόματος Ρίτσαρντ Φάινμαν, μιας ιδιότυπης αθεΐας του θρησκευτικού αθεϊσμού, κατά πώς ο Ντουόρκιν μάς θυμίζει, πως δεν γίνεται να εξηγήσει το «γιατί» λειτουργούν έτσι τα πράγματα (δηλαδή τον σκοπό τους) αλλά μόνο το «πώς» λειτουργούν (δηλαδή τον τρόπο), θυμίζει τη διπλή θεολογική μεθοδολογία των Πατέρων, με την οποία αίρεται κάθε σύγκρουση επιστήμης και θρησκείας. Και πράγματι «ούτε είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι η στάση των καθηγητών επιστημονικών μαθημάτων εκφράζει δέσμευση σε κάποια εκστρατεία προαγωγής του αθεϊσμού».

Αναφερόμενος ακόμη στον Πάουλ Τίλλιχ ο Ντουόρκιν εξαίρει τον… αθεϊσμό του θεολόγου ο οποίος βεβαιώνει πως «χωρίς κάποιο στοιχείο αθεϊσμού κανένας θεϊσμός δεν μπορεί να διατηρηθεί». Ασφαλώς. Ο αποφατισμός και οι αντινομίες συνιστούν θεμελιώδη θεολογικά χαρακτηριστικά, που θα ζήλευαν οι αγνωστικιστές. Έτσι ο Θεός καλείται υπεράγνωστος καθώς όσο περισσότερο ο άνθρωπος Τον γνωρίζει τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακαταληπτο της ουσιας Του. Αλλά και ο πανθεϊσμός του Σπινόζα έχει θέση σε ένα γνήσια θρησκευτικό βίωμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει κάθε άνθρωπος που έχει ερωτευτεί έστω και μία φορά στη ζωή του.

Ο κοσμικός, λεγόμενος, ανθρωπισμός δεν επιτρέπει παρά μία προσέγγιση που ταυτίζει τη θρησκεία με την ηθική, για όσους συμμερίζονται το δέος του Καντ απέναντι στον έναστρο ουρανό και τον ηθικό νόμο εντός. Για πολλούς χριστιανούς θεολόγους λόγου χάρη, όμως, ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά υπέρβασή της, είναι δε μια κοινωνία προσώπων και όχι απλώς μια ακόμη πίστη με όρους ιδεολογικής καθαρότητας κ.ο.κ. Έτσι μια τέτοια θεώρηση φαίνεται μάλλον υποβιβαστική. Η επιλογή μιας θρησκείας χωρίς θεό φαντάζει ως η μέση λύση ανάμεσα στη μαχητική αθεΐα και την παραδοσιακή θρησκευτικότητα, για όσους ασπάζονται ένα ισχυρό αξιακό μοντέλο, καθώς αμβλύνει την αιχμηρή φυσιοκρατία έναντι μιας πιο πνευματικής θέασης της ζωής. Ας προσέξουμε, όμως, το ενδεχόμενο μιας… θεϊστικής κοσμικότητας. Δεχόμενοι μια θρησκεία χωρίς θεό μήπως δεχόμαστε έτσι και μια δημοκρατια δίχως… δήμο λόγου χάρη, μια ελέω θεού δημοκρατία; Ο Χασεμί Ραφσατζανί, γνωστός για τη θεωρητική ενασχόλησή του με τις δημοκρατίες της Δύσης (την έδρα του… Σατανά, στην οποία ωστόσο είχε καταφύγει ο ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης Χομεϊνί), είχε πει πως η ισλαμική δημοκρατία του Ιράν είναι ανώτερη από τις δυτικές γιατί βασίζεται στον Θεό… Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Δημιουργού-Θεού και αυτό συνιστά την εγγενή αξία του, χωρίς η τελευταία να απομειώνεται από την οντολογική εξάρτηση της κτιστής ανθρώπινης φύσης από τον άκτιστο Δημιουργό της, ενώ η ιστορία, η πολιτική, οι τέχνες και οι επιστήμες συνιστούν ανθρώπων έργα.

Ο μεταφραστής του έργου καθηγητής Στέλιος Βιρβιδάκης, στο κριτικό επίμετρό του στο τέλος του βιβλίου προλαμβάνει τόσο τις ενστάσεις των θεϊστών όσο και ενδεχόμενες επιφυλάξεις για την πειστικότητα των επιχειρημάτων του Ντουόρκιν, εξαίροντας βέβαια τη γόνιμη συνεισφορά του στον διάλογο μεταξύ θεϊστών και αθέων. H αθεολόγητη ταύτιση της θρησκείας με την ηθική νομίζω πως καθιστά τη θρησκεία μια μάλλον γλυκερή, άνευρη, ψυχρή, πολιτικώς ορθή καθηκοντολογία, μια σίγουρη συνταγή για μια «πετυχημένη ζωή», χωρίς ρίσκο, χωρίς θυσία, χωρίς έρωτα, χωρίς τον… θεό της εντέλει. Γιατί να πιστέψει κανείς σε μια τέτοια θρησκεία και όχι στην ποδοσφαιρική του ομάδα – ή μήπως οι δύο μπορεί να ταυτίζονται; Ο Γούντι Άλλεν, στον οποίο ο Ντουόρκιν παραπέμπει, είχε πει κάποτε για τον Ντοστογιέφσκι πως είναι πολύ Ρώσος για αυτόν. Μήπως το ίδιο ισχύει και για τη θρησκεία χωρίς θεό; Πως είναι μάλλον πολύ αμερικάνικη για τα γούστα μας;

____________________________________________________________

*Η Σάρα Θηλυκού είναι ποιήτρια και δρ Θεολογίας

https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2019/08/blog-post_52.html

Advertisements

Χρήστος Γιανναράς, [Περί σχέσης]

Σχολιάστε

Χρήστος Γιανναράς, Για το «νόημα» της πολιτικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-572-283-8.

(…) Η σχέση έχει απεριόριστη γνωστική δυναμική, συνεχώς συντελούμενη και ουδέποτε περατούμενη, ενεργά κατορθούμενη και ουδέποτε εξαντλούμενη. (…)

Χρήστος Γιανναράς, Για το «νόημα» της πολιτικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2019, σελ. 67.

***

(…)Σχέση είναι εκείνη η γνωστική πρόσβαση στην πραγματικότητα, που πραγματώνεται ως ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα, επομένως από κάθε σκοπιμότητα. (…)

Χρήστος  Γιανναράς, ό. π., σελ. 74

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Σχολιάστε

 

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

Ο πολιτικός γνωστικισμός του Κάρλ Σμίτ

Σχολιάστε

Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες Διαθήκες: Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφήςεκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2018, ISBN: 978-618-5004-82-8.

Απόσπασμα από τις σελ. 62-63 (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου):

(…) [σελ.62] Μολονότι δηλώνει χριστιανός, ο Σμίτ μάλλον ασπάζεται – όπως ο Χάιντεγκερ- έναν πολιτικό γνωστικισμό. Δηλαδή θεωρεί πως οι εδραιωμένες φιλελεύθερες, νεωτερικές και αστικές αξίες είναι παραισθητικές. Το διαφωτιστικό εγχείρημα είναι ένας ύπουλος μηχανισμός κυριαρχίας, το εργαλείο [σελ.63] μιας παγκοσμιοποιημένης εξουσίας που χρησιμοποιεί την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων ως άλλοθι για την υποταγή των μαζών. Απαιτείται μια νέα έννοια του πολιτικού που θα σκίσει τον πέπλο της ψευδώνυμης “αλήθειας”, “προόδου” και “ελευθερίας”. Όπως οι Γνωστικοί που θεωρούσαν ότι ο αληθινός Θεός βρίσκεται πέρα από τον κακό δημιουργό του κόσμου, ο Σμίτ αναζητεί τον κατέχοντα πίσω από το κράτος δικαίου και πέρα από τις οικείες πολιτειακές δομές. (…)

Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες Διαθήκες: Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφήςεκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2018, σελ. 62-63 (απόσπασμα)

Κρίστοφερ Λας, [Η ατροφία της ικανότητας]

Σχολιάστε

Κρίστοφερ ΛαςΗ κουλτούρα του ναρκισσισμούμετάφραση: Βασίλης Τομανάς εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2008, ISBN: 978-960-8480-93-3.

[…] Η υποβάθμιση της μάθησης στην ιστορία, τη διακυβέρνηση και τη φιλοσοφία αντανακλά την αυξανόμενη περιθωριοποίηση τους ως μέρους του μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου.

Έτσι, σαρωτικές κοινωνικές αλλαγές, που αντανακλώνται στην ακαδημαϊκή πρακτική, βρίσκονται κάτω από τη χειροτέρευση του σχολικού συστήματος και την συνακόλουθη εξάπλωση της ηλιθιότητας. Η μαζική εκπαίδευση, που ξεκίνησε ως φέρελπις απόπειρα να εκδημοκρατιστεί η ανώτερη κουλτούρα των προνομιούχων τάξεων, έχει καταλήξει να αποβλακώσει και τους προνομιούχους. Η σύγχρονη κοινωνία έχει επιτύχει πρωτοφανή ποσοστά τυπικής εγγραμματοσύνης, αλλά συγχρόνως έχει παραγάγει νέες μορφές αγραμματοσύνης. Οι άνθρωποι ολοένα περισσότερο είναι ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα με ευχέρεια και ακρίβεια, να αναθυμηθούν τα βασικά γεγονότα της ιστορίας της χώρας τους, να κάνουν λογικούς συλλογισμούς, να καταλάβουν οτιδήποτε εκτός από τα πιο υποτυπωδώς γραμμένα κείμενα ή έστω να χωνέψουν σωστά τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Η μετατροπή των λαϊκών παραδόσεων της αυτοδυναμίας σε εσωτεριστική γνώση που την διαχειρίζονται ειδικοί ενθαρρύνει την πεποίθηση ότι η συνηθισμένη ικανότητα σε οποιοδήποτε πεδίο, ακόμα και στην τέχνη της αυτοδιακυβέρνησης βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες του μη ειδικού. Οι γνώμονες διδασκαλίας υποβιβάζονται, τα θύματα της ανεπαρκούς διδασκαλίας φτάνουν να συμμερίζονται την κακή γνώμη των ειδικών για τις ικανότητες τους και οι διδάσκοντες παραπονούνται για φοιτητές ανεπίδεκτους μαθήσεως. […]

Κρίστοφερ ΛαςΗ κουλτούρα του ναρκισσισμούμετάφραση: Βασίλης Τομανάς εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 129 (απόσπασμα)

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Για το Ολοκαύτωμα

Σχολιάστε

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Για το Ολοκαύτωμα: Ομιλία στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (27 Ιανουαρίου 2018), εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-435-633-1.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Στη μακρά σειρά του ιστορικού κακού, η γενοκτονία των Εβραίων κατέχει μοναδική θέση. Μοναδική δεν σημαίνει και μόνη. Η μοναδικότητα της εβραϊκής γενοκτονίας οφείλεται στον λόγο για τον οποίο έγινε (επειδή οι Εβραίοι είχαν διαπράξει το αποτρόπαιο έγκλημα να γεννηθούν) και στον τρόπο με τον οποίο έγινε (ψυχρή μεθοδικότητα, συστηματικότητα και, κυρίως, ολικότητα). Ο ναζιστικός διωγμός εναντίον των Εβραίων ήταν ολικός: οι ναζί αρνούνταν στους Εβραίους το δικαίωμα να υπάρχουν, να υπάρχουν πάνω στη γη, όλοι, μέχρις ενός. Το Ολοκαύτωμα είναι μοναδικό γεγονός καθολικής σημασίας. Αφορά ασφαλώς τους Εβραίους με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο, αφορά όμως και όλους εμάς τους άλλους. Το Ολοκαύτωμα θέτει υπό διαρκή δοκιμασία την ηθική μας συνείδηση και η αναμέτρηση μαζί του ίσως μας οδηγήσει να συνειδητοποιήσουμε τουλάχιστον δύο πράγματα. Πρώτον· κανείς μας δεν είναι προφυλαγμένος από τη διάπραξη του κακού, δεν υπάρχουν κοσμοθεωρητικές εγγυήσεις έναντι της βαρβαρότητας. Μόνη εγγύηση είναι εκείνο το λεπτό, εύθραυστο και τρεπτό πράγμα που είναι η ανθρώπινη συνείδηση, όταν λάβει κάποια στιγμή τη δύσκολη απόφαση να μην κάνει κακό σε άλλον άνθρωπο. Δεύτερον· η παθητικότητα δεν είναι ηθικά ουδέτερη στάση, γιατί αφήνει το κακό να προχωράει ανεμπόδιστο.

Στ. Ζ.

 

«Η ψυχή της μαριονέτας»: το νέο βιβλίο του John Gray

1 σχόλιο

John GrayΗ ψυχή της μαριονέτας: Μια σύντομη έρευνα για την ανθρώπινη ελευθερία, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2018, ISBN: 978-618-5077-26-6. 

26239713_1677784805614288_2053166836685506378_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο John Gray επιτίθεται στην εμμονή του νεωτερικού κόσμου σε έναν ουτοπικό τρόπο σκέψης και τις τραγικά ελπιδοφόρες ψευδαισθήσεις της αλαζονικής εποχής μας. Αντλώντας παραδείγματα από ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών, φιλοσοφικών και άλλων πηγών (από τον Κλάιστ και τον Μπένθαμ, τον Λεοπάρντι και τον Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Μπόρχες μέχρι τους Αζτέκους και την κυβοργική οικονομία), συνθέτει ένα ποιητικό επιχείρημα για την ανθρώπινη ελευθερία. Αποφεύγοντας τη συνηθισμένη άποψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν έχει ελεύθερη βούληση επειδή είναι μια μαριονέτα που δεν αντιλαμβάνεται τα νήματα που την κινούν, υποστηρίζει πως δεν είμαστε ελεύθεροι επειδή ακριβώς δεν είμαστε πλήρως μαριονέτες: είμαστε καταδικασμένοι από ένα είδος αυτεπίγνωσης, που μας παρακινεί να αναζητούμε μια κατάσταση κατά την οποία λανθασμένα πιστεύουμε πως μπορούμε να υπερβαίνουμε τους περιορισμούς μας, να ελέγχουμε το περιβάλλον και την εξέλιξή μας. Όσο αυξάνουμε τη γνώση μας, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πως είμαστε το αποτέλεσμα ασύνειδων δυνάμεων και βιολογικών παρορμήσεων που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Άραγε εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να έχουμε περισσότερες επιλογές στη ζωή μας, αναρωτιέται ο John Gray, ή μήπως, όπως οι μαριονέτες που ο Χάινριχ φον Κλάιστ θαύμαζε για τον αλλόκοτο αυθορμητισμό τους, ονειρευόμαστε να απελευθερωθούμε εντελώς από το βάρος της επιλογής;

[update 9/2/2018] Μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 150 του βιβλίου:

[…] Η πίστη πως κάποια μυστική ομάδα κατευθύνει την πορεία των γεγονότων συνιστά μια μορφή ανθρωπομορφισμού – ένας τρόπος να εντοπίζει κανείς δρώντες στην εντροπία της ιστορίας. Εάν κάποιος κινεί τα νήματα πίσω από τη σκηνή, τότε το ανθρώπινο δράμα έχει νόημα. […]

John Gray, Η ψυχή της μαριονέτας: Μια σύντομη έρευνα για την ανθρώπινη ελευθερία, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2018, σελ. 150 (απόσπασμα)

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: