Μανώλης Πιμπλής, Πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων (με αφορμή το βιβλίο «Στ’ αμπέλια» του Στ. Ζουμπουλάκη)

Σχολιάστε

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στ’  αμπέλια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-435-641-6.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά-, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Στ. Ζ.

***

Παραθέτουμε την κριτική του Μ. Πιμπλή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εποχή» στις 25/11/2018:

 

Πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων

«Δεν με διαμόρφωσαν τα γράμματα και οι τέχνες, ό,τι είμαι το χρωστάω σε όσα έζησα, κυρίως σε όσα έζησα με την αδερφή μου. Τα εννιά καλοκαίρια στ’ αμπέλια έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, όπως αναγνώρισα πολύ αργότερα. Εκείνο που τους χρωστάω κυρίως είναι ότι εκεί έχει τη ρίζα της μια ηθική επιλογή, που κάποτε πήρε και πολιτικά χαρακτηριστικά, ότι θα είμαι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων. Γνώρισα στη ζωή μου και συνδέθηκα φιλικά και με πλούσιους ανθρώπους. Ευγενείς, καλλιεργημένοι, με παιδεία και ενδιαφέροντα, ευαίσθητοι, ενίοτε και φιλάνθρωποι. Όσο στενά κι αν συνδέθηκα, υπήρχε πάντα κάτι, με μια δυο εξαιρέσεις, που εμπόδιζε την πλήρη ψυχική επικοινωνία. Ήμουν με τους άλλους, ακόμη και όταν ήταν αφόρητοι. Οι μια δυο εξαιρέσεις αφορούν ανθρώπους που άλλα χαρίσματά τους μείωναν κατά πολύ την αμαρτία του πλούτου. Το χρήμα δεν είναι ποτέ μόνο το χρήμα, είναι ένας τρόπος θεώρησης του κόσμου και της ζωής, που χωρίζει τους ανθρώπους με πολύ ισχυρότερο τρόπο από ό,τι οι άλλες διαφορές. Στα ζευγάρια, για παράδειγμα, οι κάθε λογής διαφορές -εθνικές, θρησκευτικές, γλωσσικές, φυλετικές πολιτιστικές- μπορούν να γεφυρωθούν, όχι εύκολα αλλά πάντως μπορούν. Η ταξική διαφορά δεν γεφυρώνεται ποτέ!»

Είναι πράγματι εκπληκτικές οι παραδοχές που κάνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στα δύο αυτοβιογραφικά του βιβλία, το «Η αδερφή μου» και το ολοκαίνουριο «Στ’ αμπέλια» (εκδόσεις Πόλις και τα δύο). Ειδικά για το τελευταίο, ο συγγραφέας λέει -σωστά- ότι είναι πολύ βαρετό να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου και, αν το έκανε να γράψει γι’ αυτά, το έκανε όσο χρειαζόταν «για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου».
Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι παρόλα αυτά κατάφερε να δώσει ένα καταπληκτικό μάθημα για το πώς μπορεί, κάποιος, από τα παιδικά του χρόνια, να αντλήσει βαθιά συμπεράσματα για τον ίδιο του τον ενήλικο εαυτό, χωρίς να πέσει σε ψευτονοσταλγίες ή σε καλλωπισμούς της μνήμης, που βέβαια οδηγούν και στην παγίδα της επιφανειακής αυτοεπιβεβαίωσης.
Όμως η ουσία είναι πράγματι, όπως την προσδιόρισε. Προσπάθησε να διασώσει έναν κόσμο που χάθηκε οριστικά. Όπως άλλωστε παρατηρεί με ευστοχία: «Οι άνθρωποι της ηλικίας μου (γεννήθηκα το 1953), όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε σε κάποιο ελληνικό χωριό, έχουμε ένα τεράστιο πολιτιστικό πλεονέκτημα: γνωρίσαμε, όπως έλεγε ένας μακαρίτης πια Κύπριος φίλος, ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, την ιστορία της ανθρωπότητας από το ησιόδειο άροτρο μέχρι το ταξίδι στο φεγγάρι. Κυριολεκτικά. Οι άνθρωποι στη Συκιά όργωναν, έσπερναν, θέριζαν, αλώνιζαν, όπως διαβάζουμε στο “Έργα και Ημέραι” του Ησιόδου».

 

Οι άνθρωποι στη Συκιά

Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι στη Συκιά; Είναι οι συγγενείς του Σταύρου Ζουμπουλάκη και οι συγχωριανοί τους με τους οποίους ζούσε αποκλειστικά τα καλοκαίρια, για εννέα χρόνια, στο χωριό αυτό της Λακωνίας, όχι πολύ μακριά από τη Μονεμβασιά. Ο παπάς πατέρας του, που είχε μεγάλη αγάπη για τα γράμματα, είχε μετακομίσει στην Αθήνα μαζί με όλη την οικογένεια. Τον μικρό Σταύρο, τον έστελναν στην αδελφή του παπά στο χωριό με το που έκλειναν τα σχολεία, και με μία ρητή εντολή: να γυρίσει τουλάχιστον τρία-τέσσερα κιλά βαρύτερος, γιατί έπασχε από κυάμωση και δεν έπαιρνε ούτε δράμι βάρος με αποτέλεσμα να είναι καχεκτικός, αλλιώς «βερέμης».
Στην πραγματικότητα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης δεν πήγαινε στην ίδια τη Συκιά αλλά σε ένα πρόχειρο καταυλισμό των κατοίκων της που λεγόταν «αμπέλια». Στ’ αμπέλια δεν υπήρχαν και πολλά κλήματα, υπήρχαν συκιές και ελιές. Κάθε κάτοικος της Συκιάς είχε εκεί ένα καλύβι (έτσι λεγόταν αν είχε κεραμοσκεπή) ή μια καμάρα (έτσι λεγόταν αν είχε πλάκα στη στέγη). Εκεί πήγαιναν οι χωρικοί το καλοκαίρι κυρίως για να οργανώσουν το μάζεμα των σύκων.

 

Αναβίωση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, που έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής για ένα άλλο σχετικά πρόσφατο βιβλίο του, το «Υπό το φως του μυθιστορήματος», είναι εδώ και λίγα χρόνια πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης αλλά και του Δ.Σ. του βιβλικού ιδρύματος «Άρτος Ζωής». Έχει αρκετά πλούσιο δοκιμιακό έργο, έργο ποιοτικό και με μεγάλο εύρος, που εκτείνεται από μελέτες για τον Παπατσώνη και τον Παπαδιαμάντη μέχρι το ζήτημα «Χρυσή Αυγή και Εκκλησία».
Εδώ όμως πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για την αναβίωση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής με τις καθημερινές του συνήθειες, τον πολιτισμό και το λεξιλόγιό του. Ειδικά ως προς το τελευταίο, το βιβλίο αυτό είναι θησαυρός. Ενώ ο συγγραφέας μιλάει απλά, κατά διαστήματα χρησιμοποιεί λέξεις που ελάχιστοι γνωρίζουν, λέξεις όχι του λεξικού αλλά της πραγματικής χρήσης τους, άψογα ενσωματωμένες στη ροή του κειμένου. Το πατητήρι εδώ λέγεται ληνός, ο μούστος μετριέται με μπότσες (περίπου 2,5 κιλά) ενώ τα ζώα χωρίζονται σε ζούμπερα και ζα. Τα πρώτα περιλαμβάνουν τις κότες, τα πρόβατα, τα κατσίκια, τις γίδες, τα δεύτερα είναι τα μεγάλα ζώα που χρησιμεύουν ως υποζύγια. Και στη φτώχεια που επικρατούσε τότε, οι άνθρωποι αν τύχαινε και έτρωγαν έξω έπαιρναν γίδα βραστή, γιατί το έξτρα ζουμί ήταν δωρεάν και μπορούσαν να βουτάνε ψωμί και να χορταίνουν. Και το να χάσουν ένα μεγάλο ζο ήταν χτύπημα πιο σκληρό από το θάνατο ενός νηπίου. «Ο θάνατος των μικρών παιδιών ήταν κάτι φυσικό, συνέβαινε σε όλες τις μανάδες, δεν ήταν μια σκληρή μοίρα που χτύπαγε μιαν άτυχη. Χωρίς υπερβολή, όπως ήταν αναμενόμενο να μη ζουν όλα τα κατσίκια μιας γίδας, έτσι και τα παιδιά μιας γυναίκας».

 

Κιβωτός μνήμης

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης περιγράφει τον κόσμο αυτό με συγκίνηση, όπως λέει ο ίδιος -εμείς θα προσθέταμε και με τρυφερότητα-, αν και όχι με νοσταλγία. «Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; (…) Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει».
Πράγματι. Ωστόσο, ακόμη και χωρίς νοσταλγία, δεν μπορεί παρά να προκαλεί δέος το γεγονός ότι μια μακραίωνη πολιτισμική ιστορία, αυτή του προνεωτερικού κόσμου, όπως λέγεται, χάθηκε μέσα σε μία μόλις γενιά, στα δικά μας χρόνια. Και είναι περίεργο ότι φάνηκε αναγκαίο στον συγγραφέα, αλλά και σε εμάς τους αναγνώστες του εντέλει, καθώς διαβάζουμε το βιβλίο και το συλλογιζόμαστε, να γραφτεί όχι ένα μυθιστόρημα που θα εμπεριέχει χαρακτηριστικά μιας άλλης εποχής, αλλά ένα καθαρό απόσταγμα εμπειριών, μια κιβωτός μνήμης για πράγματα που ξέραμε κάπως από τους πατεράδες μας και για τα οποία τα παιδιά μας ήδη δεν έχουν καμία ιδέα.

 

Ένας κόσμος σκληρός, αλλά γνήσιος

Δεν μπορεί να ξέρει κανείς αν το βιβλίο που έγραψε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης θα έχει νόημα να διαβαστεί και μετά από τριάντα χρόνια. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Γιατί ο κόσμος παίρνει οριστικά άλλη ρότα και θα τον απασχολούν άλλα πράγματα. Ωστόσο για μας τώρα, για τη δική μας ταυτότητα που παραμένει εκκρεμής, το μικρό αυτό βιβλίο είναι ένα βάλσαμο. Θέλεις να το διαβάσεις και δεύτερη φορά μόλις το τελειώσεις και είναι σίγουρο ότι θα θέλεις να ανατρέχεις σε αυτό ξανά και ξανά στο μέλλον. Αν εκείνος το έγραψε, όπως λέει, επειδή πρόκειται για τον κόσμο των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που τον αγάπησαν και τους αγάπησε, εμείς πάλι το διαβάζουμε -και αυτή είναι η επιτυχία του- γιατί ο κόσμος αυτός, για όσους τουλάχιστον νιώθουν ακόμα στη μύτη τους μια μυρωδιά του, είναι ένας κόσμος σκληρός μεν αλλά γνήσιος, αυθεντικός, με μια έννοια πολύ βαθύς. Μια παλέτα των βασικών χρωμάτων, των απλών γεύσεων σε όλη τους την αψάδα. Είναι δηλαδή και για μας, σαν ένας στιβαρός γονιός που χάθηκε για πάντα, αφήνοντάς μας το τραύμα μιας μεγάλης απώλειας. Ενώ ο τωρινός κόσμος, που θέλει να είναι κόσμος των ποικίλων αποχρώσεων και των ρευστών εντάσεων, μοιάζει ολοένα και πιο ξέθωρος και καχεκτικός. Και αρκετά fake. Ποιος θα νοιαζόταν αν χαθεί;

 

Μανώλης Πιμπλής

 

http://epohi.gr/panta-me-thn-meria-twn-ftwxwn-kai-twn-adikhmenwn/

Advertisements

Πρόδρομος Μάρκογλου: Αυτοσχόλια, ποιητή και πολίτη

Σχολιάστε

b166312Πρόδρομος Μάρκογλου: Αυτοσχόλια, ποιητή και πολίτη
[Δημοσιεύθηκε στο ένθετο Αυγή/ Αναγνώσεις: Κριτική βιβλίου, τεχνών και επιστημών, τεύχος 559/1.9.2013,σελ.8]
Θα ήθελα να σας δώσω πολύ σύντομα, να περιγράψω, το υπόβαθρο, το χρόνο και το χώρο, όπου τα ποιήματα και τα γραφτά μου βρήκαν έδαφος για να φανερωθούν. Και βέβαια όλα αυτά, που θα περιγράψω, δεν προσπαθούν να δικαιολογήσουν τίποτε, μόνο να σημάνουν κάτι.
Λοιπόν.
Γέννηση Σεπτέμβρης του 1935, οι γονείς από τη Μικρά Ασία, η οικογένεια του πατέρα από την Υοσγάτη της Καππαδοκίας, η οικογένεια της μητέρας από την Τραπεζούντα και την Σαμψούντα του Πόντου. Μέσα στην οικογένεια μιλιούνται διάφορες γλώσσες Ελληνικά, Τούρκικα, Αρμένικα και μια διάλεκτος του Καυκάσου.
1940 Πόλεμος, στη συνέχεια Κατοχή. Στην Καβάλα, στην Ανατολική Μακεδονία διπλή κατοχή, Γερμανική και Βουλγαρική, τα εδάφη προσαρτώνται στο Βουλγαρικό κράτος, εγκατάσταση αποίκων για την αλλοίωση του πληθυσμού, ενθάρρυνση των μειονοτήτων, δεν υπάρχει Ελληνικό Δημόσιο, στην προσπάθεια να εξαφανισθεί οτιδήποτε το ελληνικό κλείνουν τα σχολεία, δεν λειτουργούν ελληνικά σχολεία σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, με κρύβουν για να μην πάω σε Βουλγαρικό σχολείο, μια γειτόνισσα και η μητέρα μου κρυφά μου μάθαιναν να διαβάζω. Πείνα, κρύο, θάνατοι, φόβος, αλλά νομίζω, πως ποτέ παιδιά δεν έζησαν τέτοια ασυδοσία ελευθερίας όσο τότε εμείς. Από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου τρέχαμε σε βουνά, σε θάλασσες, σε αλάνες, όμως γνωρίζαμε καλά και είχαμε συνείδηση τι σημαίνει πόλεμος  και τι αντίσταση στον εχθρό.

b112077

Σεπτέμβρης του 1944 ο ΕΛΑΣ μπαίνει στην Καβάλα, αυτοδιοίκηση, τραυματίζομαι από γερμανική χειροβομβίδα, ανοίγουν τα σχολεία, τα παιδιά της ηλικίας μου δεν γνωρίζουν καθόλου γράμματα, πηδώντας τις τάξεις μέσα σε τρεις μήνες φτάνω στην τετάρτη Δημοτικού, Φλεβάρης του 1945 η συμφωνία της Βάρκιζας, κλείνουν και πάλι τα σχολεία τέλος Μαρτίου, σε λίγο αρχίζουν να καταφθάνουν οι Εγγλέζοι και μαζί τους Ινδοί, Αυστραλοί, Νοτιοαφρικανοί και από πίσω το επίσημο Ελληνικό Κράτος, ανοίγουν και πάλι τα σχολεία το φθινόπωρο.
 Φοβερές ελλείψεις, δύσκολα χρόνια, χρόνια μίσους. Στη συνέχεια ο Εμφύλιος.
***
    Η Καβάλα σχεδόν για έναν αιώνα, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1950 υπήρξε το μεγαλύτερο κέντρο επεξεργασίας καπνού. Με αυξομειώσεις είχε 15000 καπνεργάτες σε πληθυσμό περίπου 42000. Όμως αφού κατά παράδοση οι καπνεργάτες ήταν σχεδόν όλοι αριστεροί αυτό σήμαινε δρακόντεια μέτρα, σήμαινε τρομοκρατία. Γι’ αυτό μετά τον Εμφύλιο γίνεται προσπάθεια αλλοίωσης του πληθυσμού, μια δεκαετία με σκληρούς αγώνες και απεργίες κλονίζουν την πόλη, εκ των υστέρων σκέφτεσαι αυτοί οι άνθρωποι πώς σήκωσαν τέτοια βάρη. Έτσι το 1953 με τον περίφημο νόμο Γονή διαλύεται το καπνεργατικό επάγγελμα και κορυφώνεται η κρίση το 1958-1960, τότε που γενικεύεται η επεξεργασία των καπνών με μηχανές. Η Καβάλα μετά το 1960 δεν υπάρχει πλέον, η ανεργία και η μετανάστευση συρρικνώνουν κάθε ικμάδα. Στην συνέχεια δημιούργησαν μιαν άλλη πόλη.
***
    Δύσκολη και στεγνή Εποχή. Δεν υπάρχουν βιβλία, δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες, η μόνη επαφή με καλλιτεχνικά έργα είναι κάποιες κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και ο κινηματογράφος είναι απαγορευμένος, ο παιδονόμος γυρίζει και καταγράφει: 7.30 πρέπει να κλειστούμε στο σπίτι. Τα μοναδικά βιβλία βρίσκονται στο Κατηχητικό, στο Βρετανικό Συμβούλιο και στη βιβλιοθήκη του Κέντρου της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ήμασταν στερημένοι από τα πάντα.
    Το 1953 τελείωσα το Γυμνάσιο, 1954-1958 βρίσκομαι στην Αθήνα, σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, διαμονή σε φοιτητική στέγη, δυσκολίες και στερήσεις, αλλά για πρώτη φορά υπάρχει μια τεράστια βιβλιοθήκη για διάβασμα, για άπληστο διάβασμα.
    Το 1955 ο ποιητής Γ.Ξ.Στογιαννίδης με φέρνει σε επαφή με τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Μίλτου Σαχτούρη, η συνάντηση ήταν καθοριστική.
    Το 1956 σύνδεση με την Αριστερά. Το 1958  αναγκαστική επιστροφή στην Καβάλα.
***
    Ζώντας αυτά που σας περιέγραψα, μετά από δέκα χρόνων πειραματισμών κι αναζητήσεων, δημοσίευσα για πρώτη φορά ποίημά μου στην εφημερίδα ΕΡΕΥΝΑ της Καβάλας, τον Αύγουστο του 1958, με το  ψευδώνυμο Π. Χ. Μαρτάκος. Σκέφτομαι πως ο συγγραφέας, όπως όλοι οι άνθρωποι, ζει κι αυτός τον Ιστορικό χρόνο αλλά και τον υποκειμενικό του χρόνο. Οι δύο χρόνοι συγχωνεύονται μέσα στον λόγο του συγγραφέα  σε προσωπικό μύθο. Γιατί η μνήμη μετατρέπει την πραγματικότητα σε Μύθο καθώς την μπολιάζει με το περιεχόμενο του χρόνου. Έτσι, το βιωματικό υλικό, φιλτραρισμένο μέσα από το υλικό σώμα του συγγραφέα, αναδύεται και πάλι σαν γλώσσα. Μια γλώσσα που συνθέτει, σημαίνει και αφηγείται μύθους που ερμηνεύουν τον κόσμο. 
      Το 1959 αρχίζω εργασία σε μεγάλη εξαγωγική εταιρεία καπνών, εκεί πια στην πράξη και όχι στη θεωρία αποδεικνύεται τι σημαίνει διεθνές κεφάλαιο, ελληνικό κεφάλαιο και εξαρτημένη εργασία.
Το 1962 εκδίδω, σε ιδιωτική έκδοση, τα πρώτα μου ποιήματα, σε  μικρή πλακέτα, με τίτλο Έγκλειστοι με την ενθάρρυνση του ποιητή Γ. Ξ. Στογιαννίδη και στο εξώφυλλο ένα σχέδιο με κάρβουνο δικό μου.
***
Να κλείσω με μια ανακεφαλαίωση:
Ανήκω στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, με συμβατικούς προσδιορισμούς, σ’ αυτούς που γεννήθηκαν κάπου μεταξύ 1930-1940 και πρωτοδημοσίευσαν κάπου μεταξύ 1951-1967, χωρίς να αποκλείονται οι εξαιρέσεις. Τους ποιητές της γενιάς μου προσδιορίζει ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, αλλά η ωρίμανση αρχίζει μέσα στη μισαλλόδοξη περίοδο του μετεμφυλιακού κράτους που εδραιώνεται μετά την ήττα της Αριστεράς. Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας ακόμη εκεί έχει της ρίζες της. Οι ποιητές της γενιάς μου αναγκάσθηκαν, από τις συνθήκες, σε μια αναδίπλωση για να επιβιώσουν ακόμη και βιολογικά μέσα στην καθημαγμένη εποχή, μέσα στην ερήμωση, γι’ αυτό και δεν ομαδοποιήθηκαν, δεν δημιούργησαν κοινά εκφραστικά μέσα, κοινούς χώρους. Υπάρχουν σαν μοναχικές φωνές. Κοινό τους χαρακτηριστικό η στέρηση για τα πράγματα της ζωής, ένα αίσθημα μόνωσης, η τραγική αντίληψη του κόσμου. Δεν είχαν ποτέ το αίσθημα του κορεσμού, της σπατάλης, την πολυτέλεια του περιττού, δεν είχαν τίποτε δικό τους, ή είχαν πολύ αργά για να το απορρίψουν. Σε μια εποχή διάψευσης προσδοκιών και οραμάτων, θέλοντας να μείνουν πιστοί στον εαυτό τους, αρνήθηκαν την προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα με γνώση και δεν πήραν μέρος στην κοινωνική διαρπαγή της καινούργιας Εποχής.
Ήταν λοιπόν μια εποχή με στερήσεις και αφανισμούς. Πλούσια όμως σε γεγονότα, σε ανθρώπινα αισθήματα και οράματα. Πλούσια σε συντροφικά βιώματα. Οι ποιητές της γενιάς μου σήκωσαν τις φτωχές τους λέξεις και πορεύτηκαν στην έρημο της Εποχής. Ακόμη πορεύονται.
***
     Γράφοντας λοιπόν κατέληξα πως έπρεπε να δέσω το ιδιωτικό με το δημόσιο, το υπαρξιακό με το κοινωνικό, γιατί έτσι θα μπορούσα να μιλήσω για τον κόσμο και μιλώντας για τους άλλους ίσως θα τολμούσα να βρω τον τρόπο να μιλήσω και για τον εαυτό μου.
b160009
 
Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ 
Η ψυχή μας
καρφωμένο τομάρι στην τάβλα.
Μεγαλώσαμε όπως το δέντρο απλώνει σταθερά τους κύκλους του,
ενώ οι εμπρηστές το απειλούνε,
ταξιδέψαμε ακίνητοι
κι οι ρίζες μας πέσανε
σε καθαρές φλέβες, σε σάπια νερά,
ο κεραυνός πολλές φορές μας διάλεξε για καταφύγιο,
δεν αρνηθήκαμε την ψυχή μας
γιατί ο πόνος δεν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος,
γιατί η αγάπη δεν είναι το έσχατο όριο. 
Η ψυχή μας
              τομάρι στην τάβλα,
με καρφιά και γάντζους, 
κάθε μέρα
στα χέρια των κερδοσκόπων.
[Το κείμενο αυτό διαβάστηκε σε εκδήλωση που οργάνωσε το Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Καλαμαριάς και το περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ του Γιώργου Κορδομενίδη για τον συγγραφέα Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου]

Αρέσει σε %d bloggers: