Πέτρος Θεοδωρίδης,Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης

7 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Οκτώ χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου του βιβλίου με τίτλο «Οι Μεταμορφώσεις της ταυτότητας»  ο Πέτρος Θεοδωρίδης επανέρχεται  με μια σειρά έντεκα στοχαστικών δοκιμίων υπό το γενικό τίτλο «Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη-Εαυτός-Έθνος». Τα δοκίμια αρχικά φιλοξενήθηκαν στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ και τώρα κυκλοφορούν σε μια καλαίσθητη έκδοση με φιλολογική επιμέλεια του Κ. Δρουγαλά από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Η γραφή του Θεοδωρίδη ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ψύχραιμη,  ευαίσθητη, αισθαντική, ώριμη, πολυπρισματική και λίαν απολαυστική ενίοτε, αλλά χωρίς υπερβολές και περιττές φιοριτούρες,  δεν στοχεύει στην κανονιστική επιβολή a priori αποφάνσεων και «θεσφάτων» αλλά αντιθέτως συμβάλλει εποικοδομητικά στον ευρύτερο διάλογο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνικής θεωρίας γύρω από το βασικό τρίπτυχο της προβληματικής που τον απασχολεί στο παρόν βιβλίο (πάθη- εαυτός -έθνος).

Στο πρώτο, ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου, δοκίμιο (σελ. 13-33) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το πάντοτε ανοικτό θέμα της ταυτότητας στο σύγχρονο μετανεωτερικό περιβάλλον. Η αφήγηση πλαισιώνεται με την προβολή της σκέψης σημαντικών στοχαστών (Ζίζεκ, Αγκάμπεν, Μπάουμαν, Μπεκ, Άντερσον κ.π.α.). Ο συγγραφέας συνδέει την προβληματική για την διυποκειμενικότητα με το ζήτημα του χρόνου αναφερόμενος καταλυτικά στη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες (σελ.18). Από την άλλη πλευρά αναφερόμενος στη διττή διάσταση της νεωτερικότητας επισημαίνει, ακολουθώντας τη σκέψη του Μπεκ, ότι «η νεωτερικότητα υφίσταται σήμερα και ως Ιανός, με διπλό πρόσωπο. Το άλλο πρόσωπο της νεωτερικότητας, προϊον της ίδιας της σημερινής έσχατης διεύρυνσης των αρχών της, οδηγεί στην αυτουπονόμευση της» (σελ. 17). Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη ρευστότητα των καιρών μας υποστηρίζοντας πως «ζούμε σήμερα σε μια εποχή εναλλαγής ρόλων και αξιακού σχετικισμού. Την εποχή μας χαρακτηρίζει η γρήγορη αλλαγή και εναλλαγή των ρόλων σε συνθήκες σχεδόν εξάτμισης, εξαΰλωσης» (σελ.22). Και λίγο παρακάτω: «Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή είναι η αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου» (σελ.27). Με αυτά τα δεδομένα επιτείνεται η σύγχυση και η απορρύθμιση του σύγχρονου υποκειμένου, που γίνεται όλο και περισσότερο «εικονικό» (κατά τον Ρίφκιν): «Η σύγχρονη ταυτότητα αφορά στον πρωτεϊκό άνθρωπο της νέας εποχής, ο οποίος όλο και περισσότερο ζει σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα και αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται χωρίς Εγώ και εαυτό αλλά με θρύμματα μιας βραχύβιας αυνείδησης που χρησιμοποιούνται για την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους» (σελ.25). Η απορρύθμιση αυτή συνδέεται κατά το συγγραφέα με την «τυραννία της ταχύτητας» (σελ. 22-28), που τελικά εκβάλλει στην ακινησία, το φόβο και την Αγωνία (σελ.28-29). Και είναι εν τέλει  αυτή η Αγωνία που «εκκρίνει την απάντηση της αγάπης» (σελ.32-33).

Στο δεύτερο δοκίμιο με τίτλο «Η επινόηση του έρωτα» (σελ.34-54) ο συγγραφέας καταφεύγει στην ψυχανάλυση,την ιστορία, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο προκειμένου να διαπραγματευθεί τα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της οικειότητας, της μοναξιάς και του ναρκισσισμού.

Στο τρίτο δοκίμιο «Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος» (σελ. 55-70) ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το τρίπτυχο: έρωτας-θάνατος-απώλεια. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο έρωτας τείνει πρός το θάνατο και ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου» (σελ.61). Αξίζει νομίζω στο σημείο αυτό να θυμηθούμε την εξαιρετική μαντινάδα του Μήτσου Σταυρακάκη:

Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυό με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε

Ο συγγραφέας επικαλείται τον Ζ. Μπάουμαν προκειμένου να αναπτύξει τα περί απώθησης του έρωτα και του θανάτου στις μέρες μας (σελ.62). Ακολούθως επικαλείται τη λογοτεχνία , την ποίηση και τη φιλοσοφία για να καταλήξει πως «όταν απωθούμε τον θάνατο, απωθούμε τον έρωτα. Και μαζί του τη ζωή. Και τότε οδηγούμαστε στην πλήξη, δηλαδή μια ελαφρά πρόγευση θανάτου(…)» (σελ.69).

Στο τέταρτο δοκίμιο με τίτλο  «Δειγματολόγιο συναισθημάτων» (σελ. 71- 90) αποτυπώνεται η εργώδης ενασχόληση του συγγραφέα με τα συναισθήματα. Ο συγγραφέας διακρίνει τα συναισθήματα από τις διαθέσεις (σελ. 72-73) και με μαστοριά περιγράφει την οργή (σελ. 73-75), τη ζήλια (σελ.75-78), το φθόνο (σελ.78-80), τη μνησικακία (σελ. 80-81), τη ντροπή και την υπερηφάνεια (σελ. 81-84, πρβλ. και το πέμπτο δοκίμιο «Η ντροπή», σελ. 91-112), την αγωνία (σελ. 84-86), τη μελαγχολία (σελ.86-88), την πλήξη, την ανία, τη βαρεμάρα (σελ. 88-90).

Μια αναλυτική παρουσίαση όλων των δοκιμίων θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο δεδομένου ότι η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυδιάστατη. Κλείνουμε με τους τίτλους των άλλων δοκιμίων του βιβλίου:

Έκτο δοκίμιο: Ο αυθεντικός εαυτός (σελ. 113-132)

Έβδομο δοκίμιο: Ταυτότητες και ξένοι (σελ. 133-154)

Όγδοο δοκίμιο: Οι Βαλκανικοί εθνικισμοί τον 19ο αιώνα (σελ. 155-180)

Ένατο δοκίμιο: Η αισθητική ουτοπία του έθνους (σελ. 181-203)

Δέκατο δοκίμιο: Εθνική ταυτότητα και ρουτίνα (σελ. 204-213)

Ενδέκατο δοκίμιο: Δυσφορία στη δημοκρατία (σελ. 214-230).

Η νέα σειρά δοκιμίων του Πέτρου Θεοδωρίδη, καρπός μακροχρόνιου μόχθου και συστηματικής ενασχόλησης αξίζει την προσοχή του φιλέρευνου αναγνώστη.

20-12-2012

Γ.Μ.Βαρδαβάς

Σε αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας

3 Σχόλια

Βασίλης Καραποστόλης, Διχασμός και εξιλέωση-Περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-16-3688-7.

Αναμέτρηση με τις μεγάλες στιγμές και τα μελανά στίγματα της νεότερης ιστορίας μας από έναν ριψοκίνδυνο στοχαστή

του Λαοκράτη  Bάσση

Πηγή: LoMaK  &

Καθημερινή 31-10-2010

Κατά τον Κώστα Αξελό: «ο διάλογος των Νεοελλήνων με την αυτο-συνείδηση είναι δύσκολο να επιχειρηθεί». Το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη υπερβαίνει στοχαστικά αυτή τη δυσκολία. Τόσο το περιεχόμενό του, που έχει στο επίκεντρό του τις μεγάλες κορυφώσεις της δοτικότητας των νεότερων Ελλήνων, στην αλληλουχία τους με τις τραγικές αναδιπλώσεις της πρόσφατης ιστορίας μας και τη σκοτεινή παθολογία του βίου μας, όσο και η ποιότητα της σκέψης που διαπερνά τον δοκιμιακό λόγο του, μια ζηλευτή συνύφανση επιστημονικού, στοχαστικού και υψηλής αισθητικής ελληνικού λόγου, το τοποθετούν στην κατηγορία των απαιτητικών βιβλίων, με τα οποία «διαλέγεσαι» όχι μόνο όσο τα μελετάς αλλά πολύ περισσότερο όταν τελειώσεις τη μελέτη τους.

Με την «ηγεμονία», απ’ τα μέσα της Μεταπολίτευσης και μετά, μιας α-εθνικής «προοδευτικότητας», ενός θολού δηλαδή κράματος παρωχημένου διεθνισμού και νεοταξικού κοσμοπολιτισμού, θέματα όπως η δοτικότητα των νεότερων Ελλήνων, τόσο ως ηρωική αυτοϋπέρβαση και αυτοθυσία όσο και ως εθνική ευεργεσία, συνυφαινόμενα μάλιστα στην ερμηνεία τους με την πατρίδα και τον πατριωτισμό, είναι αφεαυτών… ιδεολογικώς ένοχα. Γι’ αυτό και τα αγγίζουν μόνο «όσοι προσφέρονται να διακινδυνεύσουν με τη σκέψη τους, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μέσα στο παρόν, χωρίς στερεότυπα και δεκανίκια», όπως ο Βασίλης Καραποστόλης, που «είναι ένας απ’ αυτούς τους ολίγους ριψοκίνδυνους» (Νίκος Ξυδάκης). Προσυπογράφοντας τη διαπίστωση, θα προσθέσω πως είναι ένας απ’ τους ολίγους αυθεντικούς στοχαστές μας, που συνεχίζει επαξίως τις καλές στιγμές της ελληνικής διανόησης, αστικής και αριστερής, χωρίς μεταπρατικούς αναμηρυκασμούς πνευματικών προϊόντων και προπαντός… υποπροϊόντων εξ Εσπερίας.

Κι αυτό όχι γιατί κινείται εκτός του μαγνητικού πεδίου της «οργανικής διανόησής» μας, κάτι το αυτονόητο για την περίπτωσή του, αλλά γιατί αναμετριέται σωστά, που είναι και το μείζον, αφενός με τις μεγάλες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας και αφετέρου με τα μελανά της στίγματα, συνεξετάζοντας με πνευματική τόλμη τη δυσανάγνωστη αινιγματικότητά τους.

Ορθολογική σκέψη

Τη σωστή του αναμέτρηση την ορίζει η ποιότητα της ερμηνευτικής του σκέψης:

– Που την χαρακτηρίζει η ορθολογικότητα του καλού επιστήμονα και η στοχαστικότητα του καλού διανοούμενου.

– Που δεν είναι «προδεσμευμένη», άρα δεν υπηρετεί σκοπιμότητες δικαιώσεων, όπως οι μεταφυσικοί «ελληνοκεντρισμοί» ή οι απαξιωτικοί «αντι-ελληνοκεντρισμοί».

– Που εδράζεται στη βαθιά επιστημονική γνώση, ιστορική και κοινωνιολογική, της ανατεμνόμενης νεοελληνικής πραγματικότητας.

– Που δεν έρχεται «απ’ έξω», με τη συνήθη μάλιστα προπέτεια της πτυχιούχου ημιμάθειας, που θέλει να φωτίσει… τον καθυστερημένο τόπο μας.

– Που οι αναγωγές της είναι καθεαυτές μια εις βάθος θεώρηση της νεοελληνικής μας περιπέτειας, προς την οποία ο Βασίλης Καραποστόλης μόνο ξένος και αποστασιοποιημένος δεν είναι.

Πέντε κεφάλαια

Αυτή η εις βάθος θεώρηση κατατίθεται στις τριακόσιες σελίδες του βιβλίου σε πέντε κεφάλαια «θερμού» δοκιμιακού λόγου, με έναν πρόλογο που προετοιμάζει για την «αναδίφηση γεγονότων στοιχειωμένων στη συλλογική συνείδηση» και έναν επίλογο μοναδικής αναστοχαστικής συμπύκνωσης των απόψεών του. Θα αποτολμήσω μιαν ελαχίστη «γνωριμία» με τα κεφάλαιά του, που την καθιστά πολύ δύσκολη το ότι σ’ αυτά είναι όλα μείζονα απ’ την πρώτη ως τη τελευταία τους γραμμή.

Στο πρώτο: Κυριαρχεί η αναδίφηση του εθνεγερτικού ιδεολογικού υποστρώματος του ’21 και η ερμηνευτική σύζευξη «ηρώων-αγωνιστών» και πατρίδας, με ιδιαίτερες αναφορές στις φυσιογνωμίες μεγάλων πρωταγωνιστών, όπου και η συναρπαστική ανατομία του αμφίθυμου «Εγώ» του Καραϊσκάκη.

Στο δεύτερο: Η θεώρηση της εθνικής ευεργεσίας, της άλλης δηλαδή όψης της δοτικότητας, και η ερμηνευτική σύζευξη «ηρώων-εργοποιών» και πατρίδας, με ιδιαίτερες αναφορές σε φυσιογνωμίες μεγάλων ευεργετών, όπως ο Ζάππας, ο Βαρβάκης και ο Καπλάνης, αλλά και στο πάθος των Ηπειρωτών ευεργετών για την παιδεία των Ελλήνων.

Στο τρίτο: Η ανάλυση της κακοδαιμονίας του νεότευκτου κράτους μας, που το αποκαλεί «δέσμιο κράτος», και μαζί της οδυνηρής πολιτικής μας παθολογίας, τόσο επίκαιρης και διδακτικής στις μέρες μας. Επίσης η ιδιαίτερη αναφορά στη διχαστική αντιπαράθεση «Τρικουπικών – Δηλιγιαννικών», στη χρεοκοπία του ’93 και στην ταπείνωση του ’97, με επιστέγασμα τη συναρπαστική ανατομία της φυσιογνωμίας του Παύλου Μελά, όπου και μερικές απ’ τις καλύτερες σελίδες της δοκιμιογραφίας μας.

Στο τέταρτο: Η ανατομία του μεγάλου διχασμού (Βενιζελικοί – Βασιλικοί), της Μεγάλης Ιδέας και της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και τα εκπληκτικά πορτρέτα του Βενιζέλου και του Ιωνα Δραγούμη.

Και στο πέμπτο: Η αναφορά στο ελληνικό κομμουνιστικό φαινόμενο, η ανατομία του έπους του ’40 και της Αντίστασης (με την εξαιρετικής πυκνότητας ερμηνεία, που επαναφέρει στη σύζευξη ηρωικής δοτικότητας και πατρίδας, αλλά και στην αμφίθυμη σχέση με την πατρίδα και την κοινωνία!), η επίσης συναρπαστική ανατομία της φυσιογνωμίας του Αρη Βελουχιώτη και ο εφιάλτης του Εμφυλίου.

Σε τούτη τη δύσθυμη περίοδο του έρποντος (χρεοκοπημένου!) τέλους της Μεταπολίτευσης, χωρίς ακόμη επόμενη μέρα για τον τόπο μας, με τη συλλογική αυτοεκτίμησή μας να πιάνει πάτο και να εκφράζεται με γενικευμένη κατήφεια και κατάμεμψη, το δοκίμιο του Βασίλη Καραποστόλη, που πολύ ελλειπτικά και υπαινικτικά παρουσιάσαμε, είναι υψηλού επιπέδου μάθημα στοχαστικού διαλόγου με την πρόσφατη ιστορία μας και την ταυτοτική μας αυτο-συνείδηση. Ενός τόσο αναγκαίου διαλόγου, αν θέλουμε να ξαναβρούμε το χαμένο νήμα της δοτικότητάς μας και μαζί τα πατήματά μας, πρωτίστως αξιακά, προς την επόμενη μέρα. Γιατί, να μην το ξεχνάμε, η κρίση που περνάμε… έχει αγγίξει το πολιτιστικό μας κύτταρο.

Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας

5 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας-Έθνος, Νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, εκδ. Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη 2004

Το εν λόγω πόνημα του Π. Θεοδωρίδη ασχολείται με  ζητήματα ολισθηρά και ακανθώδη: έθνος, νεωτερικότητα, εθνικισμός, εθνική ταυτότητα. Όπως παρατηρεί  στον πρόλογο του έργου  ο καθηγητής Ν. Δεμερτζής:

» Για το συγγραφέα, ο οποίος στο σημείο αυτό ακολουθεί μια συγκεκριμένη σχολή σκέψης, δεν είναι το έθνος που (προσδι)ορίζει τον εθνικισμό, αλλά το ακριβώς αντίστροφο. Με άλλα λόγια, ως ιδέα και ως ομάδα, το έθνος δεν προϋπάρχει της ιδεολογίας του εθνικισμού. Η διαιρετική πολιτική ιδεολογία του εθνικισμού συγκροτεί τη συλλογική ταυτότητα: έθνος, ως μια οριζόντια αδελφότητα, η οποία νομιμοποιεί μετα-παραδοσιακούς τρόπους πολιτικής κυριαρχίας» (μν. έργον, σελ. 13)

Ο συγγραφέας ασχολείται με αυτή την προβληματική από τη δεκαετία του ’90. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανεις μαζί του σε όλες τις προκείμενες του θέματος, οπωσδήποτε πρόκειται για σημαντική συμβολή στο διάλογο περί έθνους και ταυτότητας.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η συντομία, που συνδυασμένη με την περιεκτικότητα και την εμμονή στην ουσία του θέματος, χωρίς άχρηστες λεκτικές «φιοριτούρες», καθιστά εύληπτο το περιεχόμενο του.

Επίσης το έργο διαπνέεται από ψυχραιμία. Καταθέτει τις θέσεις του, όχι εν είδει θεσφάτου, αλλά για ευρύτερο διάλογο και προβληματισμό. Τουλάχιστον, εγώ αυτή την εντύπωση αποκόμισα. Αν και το βιβλίο είχε δύσκολη θεματική δεν με κούρασε σε κανένα σημείο του.

Επιπροσθέτως ο συγγραφέας δεν φαίνεται να θέλει να «επιβάλλει» τις απόψεις του στον αναγνώστη, αλλά να τον προβληματίσει. Δουλειά συστηματική, εργώδης, ουσιαστική.

Στο α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 25-48) ο συγγραφέας καταπιάνεται με την ερμηνεία του όρου «εθνικισμός». Κάνει μια επισκόπηση των διαφόρων προσεγγίσεων και εν συνεχεία αναφέρεται στις κρατούσες στην ακαδημαϊκή κοινότητα θεωρίες των  Kedourie, Gellner, Anderson, Giddens, Smith.  Ακολουθεί μια μικρή αναφορά στην ελληνική βιβλιογραφία, που ακολουθεί τον ίδιο δρόμο σκέψης.

Στο β’ μέρος (σελ. 51-99) διαφαίνεται η διάκριση πολιτικού και πολιτισμικού εθνικισμού, αναδεικνύονται οι ρομαντικές καταβολές του δεύτερου και γίνονται οι απαραίτητες συγκρίσεις.

Το γ’ μέρος (σελ. 103-114) επιγράφεται » Η νεωτερικότητα της εθνικιστικής ιδεολογίας». Εδώ μεταξύ άλλων αναλύεται και η γνωστή θεωρία του Hobsbawm.

Τέλος το δ’ μέρος (σελ.117-125) ασχολείται με το μεγάλο θέμα «Νεωτερικότητα και ταυτότητες», ενώ στο Επίμετρο (σελ.129-135) εξετάζονται οι «τύχες των ταυτοτήτων στην εποχή μας». Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται η βιβλιογραφία  και ευρετήριο ονομάτων και όρων.

Φυσικά στην όλη προβληματική του βιβλίου υπάρχει αντίλογος: η κοσμοσυστημική θεωρία του καθηγητού Γ. Κοντογιώργη, η προσέγγιση του καθηγητού Π. Ήφαιστου, η σύνθεση προσωποκεντρικής οντολογίας, τριλεκτικής μεθόδου (Α. Γιόρν) και θυσιαστικής θεωρίας (Ρ. Ζιράρ) που επιχειρείται από τον Θ.Ι.Ζιάκα ή η προσέγγιση του Ν. Σβορώνου κλπ.

Παραθέτουμε ένα σημαντικό απόσπασμα του βιβλίου:

Η σχέση του πολιτικού εθνικισμού με το Χρόνο

Ο πολιτικός εθνικισμός της Γαλλικής Επανάστασης χαρακτηριζόταν από μια βίαιη εκκοσμίκευση (secularization). Τη θρησκεία αντικαθιστά η λατρεία του έθνους, η «πολιτική» θρησκεία, η λατρεία του Υπέρτατου όντος. Με τη Γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε μια νέα πρόσληψη του χρόνου, που αρχίζει με αφετηρία μια απόφανση, δηλαδή μια επαναστατική πράξη(έτος ένα της Γαλλικής επανάστασης).

Όμως παρά την ουτοπική, μελλοντική οπτική του χρόνου του πρώτου πολιτικού εθνικισμού, ο εθνικισμός θα γλιστρήσει γρήγορα στη λατρεία του παρελθόντος. Και μόνο η διάρρηξη της παραδοσιακής σχέσης με το χρόνο, που καταργεί τη «φυσική»καθημερινή διάσταση του, ο αποφαντικός τρόπος με τον οποίο ο πολιτικός εθνικισμός αντιμετωπίζει το μέλλον, επιτρέπει την τομή του σε παρελθόν και μέλλον,αποστασιοποιεί, πραγματοποιεί, μετατρέπει το χρόνο σε αντικείμενο πρός αναμόρφωση.

(Π. Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, σελ. 52-53).

Διαβάστε επίσης:

Νεο-οθωμανισμός (συλλογικό),Εναλλακτικές εκδόσεις

Σχολιάστε

Από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος ΝΕΟ-ΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟΣ, σε γενική επιμέλεια του Γ. Καραμπελιά. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον και άκρως διαφωτιστικό βιβλίο. Προσωπικά το διάβασα απνευστί. Το βιβλίο απευθύνεται ιδιαίτερα σε εκείνους που τους απασχολεί το «ελληνικό ζήτημα», ήτοι το ακανθώδες ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας. Γι’ αυτό και ο πλήρης τίτλος του είναι Νεο-Οθωμανισμός και ελληνική ταυτότητα.

Στο βιβλίο γράφουν οι Φ. Αποστολίδης, Γερ. Καραμπελιάς, Χρ. Κορκόβελος, Σπ. Κουτρούλης, Στ. Κωνσταντινίδης, Ογ. Μίντσεφ, Θ. Μπατρακούλης, Γ. Ρακκάς, Θ. Στοφορόπουλος, Θ. Τζιούμπας, Γ. Καραμπελιάς.

Ας πάρουμε μια γεύση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

[…] Ο νεο-οθωμανισμός αποτελεί ολοκλήρωση και επέκταση του ισλαμο-κεμαλισμού, στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων. Η Τουρκία, απέναντι στην εξασθένιση των περισσότερων από τους γείτονες της υιοθετεί μια επεκτατική πολιτική με νέους όρους, δηλαδή έναν συνδυασμό οικονομικής, στρατιωτικής και γεωπολιτικής ισχύος, η οποία χρησιμοποιεί το Ισλάμ και τη στρατηγική συμμαχία με τη Δύση, ως τους δύο πυλώνες της. Η Τουρκία θεωρείται από τους Αγγλοαμερικανούς ως η δύναμη που μπορεί να αντιμετωπίσει την επανεμφανιζόμενη Ρωσία. Αυτή η στρατηγική προϋποθέτει την κονιορτοποίηση των βαλκανικών, ειδικά των ορθόδοξων, πληθυσμών, και την «ενοποίησή» τους κάτω από μια νεο-οθωμανική Τουρκία, υπό την υψηλή εποπτεία των Η.Π.Α.

***

Ο νεο-οθωμανισμός δεν αποτελεί πλέον μια εξωτερική απειλή  για την Ελλάδα, αλλά συνιστά μια εσωτερική παράμετρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, δεδομένου ότι έχουν δημιουργηθεί  ομάδες συμφερόντων στην Ελλάδα και την Κύπρο, που προωθούν και υποστηρίζουν τον τούρκικο νεο-οθωμανισμό. Ομάδες συμφερόντων που έχουν ως πυρήνα τους την διεθνοποιημένη και παρασιτική αστική τάξη της Ελλάδας, αλλά επεκτείνονται και σε πολλούς άλλους κύκλους, ιδιαίτερα τους διανοουμένους, τους πολιτικούς, την εκπαίδευση και τα ΜΜΕ. Ένα κλίμα παραίτησης και παρακμής  ευνοεί την νεο-οθωμανική στρατηγική.

***

Ωστόσο η αντίσταση είναι εφικτή. Προϋποθέτει όμως την απόρριψη της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., τη συγκρότηση ενός βαλκανικού πόλου, ικανού να αντιπαρατεθεί επί ίσοις όροις στον μικρασιατικό όγκο, και την επιλογή ενός μοντέλου αποκέντρωσης και  αυτόκεντρης ανάπτυξης που η οικολογική και οικονομική πραγματικότητα καθιστά αναγκαιότητα για τον 21ο αιώνα,. Προπαντός, απαιτείται μια πνευματική επανάσταση, η διαμόρφωση ενός νέου οράματος για τον ελληνισμό. […].

Σημ.: Τα ανωτέρω αποσπάσματα τα αλιεύσαμε από το Κοινοτικόν, το οποίο κι ευχαριστούμε. Υπάρχουν και στο Άρδην.


Share

Γιώργου Κοντογιώργη: Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα

Σχολιάστε

kontogiwrgis

του Λαοκράτη Βάσση

Πηγή: ιστολόγιο Γ. Κοντογιώργη

Ο Γιώργος Κοντογιώργης επί χρόνια αποπειράται τη δική του μεγάλη αφήγηση της σύνολης πορείας του ελληνισμού. Κι αυτό σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά δέχεται τις μεγάλες «αφηγήσεις».
Το βιβλίο του ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ» ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, που είναι μια πρόγευση του εκδιδόμενου 4τομου έργου του: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ (ήδη κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος απ’ τις Εκδ. Σιδέρη), θέτει επί τάπητος μείζονα και εξακολουθητικώς ανοιχτά ζητήματα της εθνικης, ιστορικής και πολιτιστικής αυτογνωσίας μας, με πολύ επίκαιρα τα περί ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και τα συνακόλουθα περί νεοελληνικού ειδικότερα έθνους.
Η ως τώρα αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών καταδεικνύει τόσο την επιστημονική μας υστέρηση όσο και τις χρόνιες κακοδαιμονίες της πνευματικής μας ζωής.
Γιατί δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ πλησιάζουμε τους δυο αιώνες εθνικής ανεξαρτησίας, δεν έχουμε αναδειχτεί ούτε καν σε σοβαρό κέντρο νεοελληνικών σπουδών, πολλώ δε μάλλον σε σοβαρό κέντρο μελέτης όλων των περιόδων της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαία η έρπουσα ταυτοτική αμηχανία και ανασφάλειά μας, που συνήθως εκδηλώνεται με διλημματικά διχαστικές αντιπαραθέσεις, βραχυκυκλώνοντας και ταλανίζοντας την πνευματική και τη συνολικότερη ζωή μας.
Δυστυχώς ούτε και στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μπορέσαμε επί της ουσίας να μπούμε σε τροχιά ωρίμανσης, παρά τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Αντιθέτως, παραμένουμε παγιδευμένοι στο δίπολο των ελληνοκεντρικών και των αντιελληνοκεντρικών ακροτήτων, με τις δεύτερες όμως τώρα, προοδευτικοφανείς (ενίοτε και αριστεροφανείς!) και εξόχως αποδομητικές… παντός του ελληνικού, να είναι οι ηγεμονεύουσες και να συνιστούν μιαν ιδιότυπη «εθνικοφροσύνη» υπό εκσυγχρονιστικό και ευρωπαϊστικό μανδύα (χωρίς να φταίει γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμος, η Ευρώπη και η Δύση!).
Στο κλίμα μάλιστα αυτής της ιδιότυπης «εθνικοφροσύνης» δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει απαξιωτικές αντιδράσεις το «θράσος» ενός εγχώριου διανοούμενου, του Γιώργου Κοντογιώργη, να αποτολμήσει αντίλογο στον διαπρεπή ΄Αγγλο ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ και στις περί νεοελληνικού έθνους απόψεις του, όπως κατατέθηκαν σε συνέντευξή του στην εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (27/3/’ 95).
Η περιώνυμη αυτή συνέντευξη (Μύθος η συνέχεια 3000 χρόνων ελληνικού έθνους, σελ.170-81) και η απάντηση Κοντογιώργη (Η μυθοπλασία στην ιστορία. Η περίπτωση Χομπσμπάουμ, σελ. 79-104), τα δύο πρώτα θεωρητικά κείμενα (Ο ελληνισμος ως έθνος-κοσμοσύστημα, σελ. 14-51, και Η νεωτερικότητα, η παράδοση και η πρόοδος, σελ. 55-75) και τέλος ο πολύ έντονος σχολιασμός των απαξιωτικών αντιδράσεων (υπό τον ευρηματικο τίτλο: Ο μετακενωτικός μηρυκασμός ως επιστημονικό επιχείρημα, σελ. 107-166) συνθέτουν τις τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ενότητες προβληματισμού αυτού του πολύ ενδιαφέροντος τόμου, που αν μη τι άλλο ξαφνιάζει με τις πολύ ιδιαίτερες θεωρήσεις της ιστορίας μας αλλά και του νεωτερικού φαινομένου.
Γιατί τα «καινά» που εισάγει σχετίζονται με μια ρηξικέλευθη ανάγνωση και εντελώς νέα ερμηνεία της πορείας του ελληνισμού με βασικό κλειδί τη σύνθετη έννοια του «ελληνικού κοσμοσυστήματος», αλλά και με μια αρκούντως προκλητική… και βέβηλη ανάγνωση των εδραιωμένων και «ιδεολογικά» κυρίαρχων στερεοτύπων της νεωτερικότητας, τα προτάγματα της οποίας, σύμφωνα με τις απόψεις του, προδιαγράφουν και συνυφαίνονται με την πορεία της φεουδαλικής Ευρώπης προς τον ανθρωποκεντρισμό, κάτι που για τον ελληνικό χώρο ήταν μια εξακολουθητικά βιούμενη πολιτικο/πολιτισμική πραγματικότητα. ΄Αρα δεν υπήρχε λόγος τέτοιας μετάβασης: «Η ελληνική κοινωνία, διατείνεται ο Γ.Κ., παρέμεινε βαθιά ανθρωποκεντρική και δεν περιήλθε στη φεουδαρχία, ώστε να χρειαστεί στη συνέχεια να διέλθει απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό».
Με τη σκευή του πολιτικού και κοινωνικού επιστήμονα δεν ερμηνεύει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού με τη μέθοδο των εθνικών μας ιστορικών και λαογράφων, αλλά φωτίζοντας τον εκτυλισσόμενο διαμέσου των αιώνων πολιτικο/πολιτισμικό μίτο και τα συνακόλουθά του στοιχεία, που όλα μαζί συνθέτουν το αξιακό πολύεδρο του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και της ελευθερίας.
Στηριζόμενος στα στοιχεία αυτά παρακολουθεί το ελληνικό παράδειγμα στη διαχρονία του, απ’ την κρητο/μυκηναϊκή του αφετηρία ως τις παρυφές του 20ου αιώνα. Κι είναι, ανεξάρτητα από συνολικές ή μερικές συμφωνίες ή διαφωνίες, μια άκρως ενδιαφέρουσα, θα έλεγα και συναρπαστική συνολική αφήγηση, διανθισμένη και με ένα πλήθος ακόμα πιο συναρπαστικών επί μέρους ερμηνευτικών απόψεων, που τη δυσκολεύουν όμως αρκούντως οι νεολογικοί όροι στους οποίους κατά κόρον καταφεύγει ο συγγραφέας, προφανώς για να σπονδυλώσει τη σύνολη θεωρία και θεώρησή του.
α. Κρίσιμο μέρος αυτής της θεωρίας και θεώρησης είναι και τα περί ελληνισμού ως έθνους-κοσμοσυστήματος, τα οποία συνθέτουν τη βάση πάνω στην οποία στήριξε και την αντίκρουση των περί νεοελληνικού έθνους απόψεων του Χομπσμπάουμ, αλλά και στηρίζει τη συνολικότερη αντίκρουση των εθνογενετικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, που έχουν ως δόγμα τους την «κατασκευή» του έθνους απ’ το κράτος. Κατά τον Γ.Κ.: «Το ελληνικό έθνος αποτελεί πολιτική έννοια όχι γιατί εξισώνεται ταυτολογικά με ένα συγκεκριμένο κράτος και ιστορείται δι’ αυτού – όπως το θέλει η νεωτερικότητα – αλλά επειδή συγκροτεί μια συνείδηση “κοινωνίας”, δυνάμει του ανήκειν σε έναν ανθρωποκεντρικά δομημένο κοινό πολιτισμικό χώρο. Η έννοια της συνείδησης κοινωνίας είναι θεμελιωδώς πολιτισμική, ανάγεται εντούτοις στο γινόμενο της ελευθερίας του “όλου” και αποκτά σάρκα και οστά από τη στιγμή που το “όλον” αυτό διατυπώνει “πολιτικό λόγο”».
Όπως κρίσιμο μέρος των απόψεών του είναι και τα περί «νεωτερικότητας, παράδοσης και προόδου», όπου κυριολεκτικώς αναποδογυρίζει τις στερεοτυπικές προσλήψεις και παραδοχές μας: «Σε ό,τι αφορά στον ελληνισμό», γράφει, «στη διαδικασία μετάβασης στο νεότερο κράτος-έθνος αλλά και στο πλαίσιο της κράτους-έθνους, παράδοση, με την έννοια της συντήρησης αποτέλεσε το σύστημα της νεωτερικότητας, ενώ νεωτερικότητα, με την έννοια της προοδευτικής σήμανσης, αποτέλεσε η ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία εκσυγχρονίστηκε και εξακολουθεί να εκσυγχρονίζεται – να προσαρμόζεται στο σημερινό – οπισθοδρομώντας ανθρωποκεντρικά… Ο εξευρωπαϊσμός ως επιχείρημα εκσυγχρονισμού υπηρέτησε θεμελιωδώς την αποδόμηση όχι μόνο του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος αλλά και του ελληνισμού ως εθνικής αναφοράς… Η ελληνική «εκσυγχρονιστική» νεωτερικότητα ουδέποτε διανοήθηκε ότι η έννοια της προόδου μπορεί να διαχωρισθεί απ’ το περιεχόμενο του εξευρωπαϊσμού».
β. Η απάντηση στον Χομπσμπάουμ έχει την πολύ ιδιαίτερη σημασία της. Κι αυτό κυρίως γιατί δεν είναι ένα, σύνηθες στα καθ’ ημάς, καταγγελτικό κείμενο αμυντικού και εθνοκεντρικού περιεχομένου, αλλά μια ολοκληρωμένη επιστημονική αντίκρουση τόσο της βαθύτερης νεωτερικής λογικής του, όσο και των επί μέρους απόψεων του για τη νεοελληνική εθνογένεση, που αποτελούν μια τυπική προέκτασή της. Περίπου δηλαδή εφαρμόζει μηχανιστικά το δόγμα: Επειδή το κράτος κατασκευάζει το έθνος, το νεοελληνικό κράτος… κατασκεύασε το νεοελληνικό έθνος. Για να οδηγηθεί και σε πολύ απλοϊκές αποφάνσεις του είδους: «Το ελληνικό έθνος δεν υπήρχε πριν απ’ τον 19ο αιώνα – Στον πόλεμο της ανεξαρτησίας οι ΄Ελληνες δεν πολέμησαν εναντίον των Τούρκων ως «΄Ελληνες» εναντίον «Τούρκων». Πολέμησαν ως χριστιανοί εναντίον μουσουλμάνων».
Σίγουρα οι απόψεις ενός μεγάλου ιστορικού, όπως ο Χομπσμπάουμ, έχουν καθεαυτές τη βαρύτητά τους. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως είναι αξιωματικές, απόψεις αυθεντίας, που δεν υπόκεινται σε κριτική αντίκρουση. Κάτι τέτοιο μάλιστα θα ήταν και αρκούντως… αντινεωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να αναγνώσει κανείς αντιπαραθετικά και νηφάλια τόσο τη συνέντευξη Χομπσμπάουμ για το νεοελληνικό έθνος όσο και την πολύ σταθμισμένη απάντηση Κοντογιώργη, ιδίως μάλιστα τώρα που τα περί έθνους-κράτους γενικότερα και νεοελληνικού έθνους ειδικότερα είναι και πάλι στο επίκεντρο ενός πολύ αυξημένου ενδιαφέροντος.
γ. Αλλά και ο ακήρυκτος… «διάλογος» με ένα μέρος των εγχώριων «εκσυγχρονιστών» (σελ. 107-166) έχει επίσης τη σημασία του, έστω κι αν ο ανταπαντητικός του λόγος επιβαρύνεται από αχρείαστη προσωπική ένταση.
Κι έχει τη σημασία του αυτός ο «διάλογος» όχι γιατί αναδεικνύει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αλλά γιατί «φωτίζει» τις ανακυκλούμενες νοσηρότητες της πνευματικής μας ζωής, όπως για παράδειγμα, τη μεταπρατική (παραρτηματική) λειτουργία ενός κρισίμου μέρους της «εκσυγχρονιστικής» επιστημονικής μας κοινότητας, κατ’ εικόνα και ομοίωση της μεταπρατικής αστικής μας τάξης, αλλά και τη δυναστευτική κυριαρχία των εναλλασσόμενων «ορθοδοξιών», εθνοκεντρικών παλαιότερα, με τους ιδιοκτήτες των εθνικών αληθειών να ζυγίζουν τα φρονήματά μας, εκσυγχρονιστικών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, με τους ιδιοκτήτες της «προοδευτικότητας» και του «ευρωπαϊσμού» να ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, τη δική τους ιδεολογική τρομοκρατία προς τους αποκλίνοντες απ’ τον κανόνα τους (και που θεωρούνται, το αθωότερο, ύποπτοι συντηρητισμού!).
Ο παρουσιαζόμενος μικρός τόμος του Γ. Κοντογιώργη, που «προκαλεί» όχι μόνο αυτούς που υφίστανται τον «αιρετικό» του αντίλογο, αλλά κι αυτούς που δεν είναι εκ των προτέρων «απέναντι», έρχεται σε μια καλή συγκυρία, που μάλλον προοιωνίζεται μετάβαση απ’ τον «ακήρυκτο» στο συντεταγμένο και ώριμο διάλογο, όπως δείχνουν τα συναφούς περιεχομένου βιβλία που έχουν τελευταία εκδοθεί (Για παράδειγμα, Νίκου Σβορώνου : Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού – Παναγιώτη Νούτσου: Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος – Γιώργη Καραμπελιά : 1204 – Η διαμόρφωση του νέου ελληνισμού).
Δικαιούται να κριθεί, όπως κάθε βιβλίο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν αυτό εισάγει μια εντελώς νέα ερμηνευτική θεωρία περί έθνους, περί ελληνισμού και περί νεωτερικότητας, που στο σύνολό της θα κριθεί με την αναμενόμενη ολοκλήρωση του προειρημένου «Ελληνικού Κοσμοσυστήματος».-

Δείτε επίσης: Η εθνική μας αυτογνωσία (Καθημερινή, 11-2-2007).

Share

Αρέσει σε %d bloggers: