Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

Σχολιάστε

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-9797-27-6.

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

«Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος;»

«Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις;»

του Αιμίλιου Καλιακάτσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ημουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Ομως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.

Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Οταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

«Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. Υποτίθεται. Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». «Τον ξέρετε; Εχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιοί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Εχουμε και αλληλογραφία». «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;». «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Ολοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Εχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, σελ. 111-114.

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Σχολιάστε

 

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

Κώστας Χατζηαντωνίου, Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας (Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»)

Σχολιάστε

paixnidiepithimias

Βάσω ΑλεξανδράκηΤο παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν.Γ.Πεντζίκη, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-527-730-7.

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 11-1-2015):

Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας

Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Να φωτίσεις το κείμενο σημαίνει να ανατρέψεις τον τίτλο» επεσήμαινε προσφυώς ο J. Ricardou υποδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση με την οποία ένα κείμενο μπορεί να ανατρέπει την κυριαρχία (δηλαδή τη μονοσημία) του τίτλου του. Όταν το 1966 ο Ν. Γ. Πεντζίκης εξέδιδε το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» (μετά από γραφή σχεδόν δύο δεκαετιών), η ιδιόρρυθμη ύπαρξη και το πρωτοποριακό έργο του σφράγιζαν ήδη τη λογοτεχνική ζωή της μητέρας Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα τη νεοελληνική τέχνη. Η γοητεία της φυσικής του παρουσίας ενίσχυε εξωκειμενικά την ακατάτακτη ρευστότητα των εντυπώσεων και την αποσπασματική αφήγηση που χαρακτήριζαν το έργο αυτό, με αποτέλεσμα αυτός μεν να καταστεί μέχρι σήμερα ένα απροσδιόριστο είδωλο (που λατρεύουν εξίσου συντηρητικοί και πρωτοποριακοί, υλόφρονες αλλά και θρησκόληπτοι), το δε έργο του να υιοθετηθεί ως μια ιδεώδης παρέκκλιση. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν με την ουσία της προσπάθειας, να ανατρέψει το ρομαντικό πρόταγμα της Έρσης του Δροσίνη, υψώνοντας τη σημαία της παραίτησης από αυτό που ζητά μια κοινωνία που θέλει να έχει μυθιστόρημα.

Κάποτε όμως φτάνει η ώρα της γνήσιας φιλολογίας. Η εξαιρετική έμπνευση της κ. Β. Αλεξανδράκη να εξετάσει σε βάθος αυτό το «μυθιστόρημα», μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για την πολυσυζητημένη αδυναμία μας να συγκροτήσουμε ως κοινωνία μυθιστόρημα, αδυναμία την οποία, συνήθως, ντύνουμε με διάφορες κουτοπόνηρες, αντάξιες των ρωμηών δικαιολογίες περί οθνείων αφηγηματικών ειδών. Συγχρόνως, η άψογη τούτη κριτική μελέτη, μας δίνει μιαν ιδανική αφορμή να στοχαστούμε για την περίφημη απαξίωση της επιθυμίας και της ματαιοδοξίας, με την οποία εξωραΐζουμε συχνά το ακαταλόγιστο ή προσπαθούμε να αποκρύψουμε μια βαθιά, καλά κρυμμένη ματαιοδοξία. Βέβαια, το παράδοξο πάντα ευχαριστεί και αναστατώνει αλλά υπάρχει και ένα σκόπιμο παράδοξο που επιδιώκει το μυστήριο και τον θαυμασμό αυτού που δεν τολμούμε εμείς να διαπράξουμε. Η κοινή συνείδηση αναζητά σταθερά τον τρελό του χωριού για να πει αυτό που είναι η βαθύτατη πίστη της. Πως τίποτα δεν έχει νόημα πλην του χλευασμού του παραδεδεγμένου, πλην της δουλικής προσχώρησης στο ανορθολογικό αναπόδεικτο μιας μυθολογίας. Κι εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν.

Έργο ωριμότητας το βιβλίο αυτό του Πεντζίκη, έχει ως πυρήνα την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα από την παραίτηση της διερεύνησης της ταυτότητας και την έξοδο από τον τάχα κλειστό χώρο του υποκειμένου για να παραδοθούμε στον τάχα ανοιχτό χώρο των προσώπων και των πραγμάτων. Ως μεταφυσικό επιχείρημα καλό ακούγεται. Έτσι είναι όμως; Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης σχεδιάζεται και εκτυλίσσεται με βάση το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας και την αποξένωση από την πραγματικότητα. Ένα πλαίσιο αλλοτρίωσης ορίζει την αναζήτηση της ταυτότητας που θα κάνει εφικτή την πραγμάτωση της ερωτικής επιθυμίας – της κορυφαίας επιθυμίας του ανθρώπου. Ως τυπική αφετηρία λαμβάνεται η Έρση του Δροσίνη, το ρομαντικό πρότυπο μιας ανεύρετης ευτυχίας. Ο συγγραφέας αναζητεί αυτό που εμποδίζει τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα μιλώντας για τη δυναμική της επιθυμίας που δίνει ειδικά σε αυτό το βιβλίο ιδιαίτερη ένταση στην διεσπαρμένη (όπως πάντα στον Πεντζίκη) σε πληθώρα λεπτομερειών και εν απουσία χρονικού νοήματος γραφή.

Καθώς η Β. Αλεξανδράκη έχει οργανώσει υποδειγματικά το υλικό της, ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του «Μυθιστορήματος της Έρσης» σε έξι κεφάλαια και να περιπλανηθεί κι αυτός από το όνειρο της ευτυχίας και τη ματαίωσή του ως την παρηγοριά της γραφής. Είναι ασφαλώς αναγκαία μια παρηγοριά μετά τη ματαίωση της επιθυμίας που είναι το πλαίσιο του πρώτου μέρους αυτής της βαθιά εσωτερικής και εξωλογικής περιπέτειας. Μήπως όμως η ματαίωση της επιθυμίας, του ονείρου, είναι ματαίωση και της πραγματικότητας ή ακόμη και αυτής της ύπαρξης; Ο Πεντζίκης εγκαταλείποντας την ιστορία και τα πρόσωπα, αντιλαμβάνεται την πτώση ως λύτρωση. Το τέλος της περιπλάνησης και η εύρεση νοήματος με τη γραφή να είναι το σημαίνον της ύπαρξης, μπορεί ωστόσο να μην είναι λύτρωση ή εύρεση αλλά απώλεια της ταυτότητας ή παράδοση στη φαντασίωση. Η πραγματικότητα δυστυχώς δεν καταργείται, όσο και αν ο συγγραφέας την αποφεύγει. Αντιθέτως, επιβάλλεται πλήρως αφού το υποκείμενο παραιτείται και καταφεύγει στη φαντασίωση. Όταν καταλήγει κανείς πως η ευτυχία είναι εσωτερική υπόθεση, φτάνει στην ουσία του πιο αντιδραστικού ιδεολογήματος. Τι κι αν τριγύρω μπορεί να είναι κόλαση; Εσύ μπορείς να είσαι εσωτερικά ελεύθερος και ευτυχής.

Θα ήταν αποτελεσματικό τούτο το χάπι αν η γραφή είχε λάβει οριστικό και σταθερό σχήμα, αν συγκροτούσε δηλαδή μυθιστόρημα. Η αποτυχία όμως να οικοδομήσουμε μυθιστόρημα, τα χωρίς συνοχή σπαράγματα, η καταφυγή στην κατοχυρωμένη αυθεντία και στον ειπωμένο και απαραβίαστο λόγο που εγγυάται τη συνέχεια, δεν ενώνουν αλλά τονίζουν την πολυδιάσπαση ενός κόσμου που έχει απολέσει κάθε ενότητα. Αν η απάντηση στο ζήτημα της ευτυχίας είναι η αφήγηση, η γραφή, ποια απάντηση στην αγωνία της ύπαρξης μπορεί να βρει ο αναγνώστης όταν ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως δεν τον ενδιαφέρει η αφήγηση αλλά οι εσωτερικές της απηχήσεις; Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς πως πρόκειται περί μύθου. Όμως ακόμη και ο μύθος έχει δομή, έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν είναι παραλήρημα. Μήπως λοιπόν το αφελές και το εξωλογικό δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και ουσιαστικά αφελές; Και μήπως αυτό το εξωλογικό είναι που έκανε τον συγγραφέα αγαπητό σε ετερόκλητο κοινό;

Υπάρχει μια θεωρία περί ανάγκης αποκρυπτογράφησης και μύησης σε απαγορευμένα στον κοινό νου μυστικά (στη ζωή, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη). Η θεωρία αυτή μοιάζει όμορφη αλλά δεν είναι παρά η αιτία της κοινωνικής και λογοτεχνικής μας κακοδαιμονίας, η αιτία της αδυναμίας να αφηνόμαστε στο τυχαίο και στο παράλληλα συμβαίνον, της αδυναμίας μας να γίνουμε επιτέλους αστική κοινωνία που θα δώσει ένα συγκροτημένο μυθιστόρημα. Διότι προς τούτο δεν αρκεί γόνιμη φαντασία και εξυπνάδες. Απαιτείται πειθαρχία σκοπών και μέσων. Με την παραδοξολογία, τον ιδεοκρατικό υπερβατικό κώδικα και τη μεταφυσική βάζουμε μεν τα βιβλία μας στο απυρόβλητο, λογοτεχνία σύγχρονων αξιώσεων όμως δεν οικοδομούμε.

Δεν εννοώ φυσικά πως η γραφή πρέπει να είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αν ωστόσο η λογοτεχνία έχει να επιτελέσει έναν κοινωνικό ρόλο πέραν της ατομικής εκτόνωσης, δεν μπορεί και να υπάρχει ερήμην της. Η «συμβολαιογραφική πράξη με το απουσιάζον» προϋποθέτει πως το απουσιάζον υπάρχει, πως απλώς λείπει. Όταν όμως αυτό δεν υπάρχει; Για τούτο και η επίθεση του Πεντζίκη κατά της ιδεοκρατίας μοιάζει ειρωνική αφού μάλλον αγνοούσε αυτό που θα τον οδηγούσε πραγματικά σε απορία: ιδέες υπηρέτησε και ιδέες αναζητούσε όταν αναζητούσε τα υλικά σχήματά τους, την υλική τους υπόσταση. Οι θεωρίες περί πραγμάτωσης του αόρατου εντός του ορατού είναι η αυταπάτη κάθε ιδεαλιστή. Ο «ματεριαλιστής του άυλου» (φράση του Γ. Θέμελη) ήταν ένας ιδεαλιστής που απλά ντρέπονταν να ομολογήσει την πίστη του στις ιδέες. Το γεγονός ότι ήταν προσκολλημένος στα πράγματα δεν αναιρούσε αυτή την κατάσταση, απλώς επέτεινε τον διχασμό. Η δε ονειρική γραφή του, που αντλούσε από τα φαινόμενα και την πληθώρα λεπτομερειών, διαλύοντας την πραγματικότητα σε μια απειρότητα αντιθέσεων και πλήρους ρευστότητας, θα φτάσει να διαλύσει τον κόσμο καταργώντας κάθε συνθήκη ικανή για συγκρότηση ταυτότητας και ανοίγοντας με την περίφημη ενότητα υποκειμένου/ αντικειμένου την πόρτα είτε του μηδενός είτε του θρησκευτικού ολοκληρωτισμού.

Ένα μυθιστόρημα λοιπόν για τη γραφή; Μια περιπέτεια συνεχών διερωτήσεων με την τέχνη ως ύστατη παρηγοριά ενώ τριγύρω όλα είναι απροσδιόριστα, όλα τελούν υπό διάψευση, όλα καταρρέουν; Αν για τον Πεντζίκη αυτό είχε αποτέλεσμα λυτρωτικό (ανοίγοντας την πόρτα της θρησκοληψίας), για πολλούς άλλους νομίζω πως ανοίγει η πόρτα του «όλα επιτρέπονται». Από την μεταμοντέρνα διάλυση της τέχνης μέχρι την αμφισβήτηση κάθε ιστορικής αλήθειας (αφού «όλα είναι μια αφήγηση») και από το όργιο της λεηλασίας του δημοσίου χρήματος μέχρι την καταρράκωση της πολιτικής δημοκρατίας. Η θεωρία για την τέχνη ως παρηγοριά διαλύει εν τέλει τη συνείδηση του ελεύθερου ανθρώπου, την πολιτική συνείδηση και τον κάνει έτοιμο να υποταχθεί στην ασιατική αγέλη που προσκυνά ξόανα. Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Πηγή της ζωής και της τέχνης είναι μονάχα ο λόγος. Το αντίκρισμα της αλήθειας που δεν είναι άλλη από την τραγική μας παράδοση. Αρκετά με τα εξωλογικά παραμύθια και τις παρηγοριές, με τα υποκατάστατα της επιθυμίας που γίνονται γραφή. Καιρός η γραφή να γίνει η έκφραση της επιθυμίας μας.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_72.html

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου για το βιβλίο «Ανέστιος: Ημερολόγια» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη

Σχολιάστε

b194518

Αλεξάνδρα ΔεληγιώργηΑνέστιος: Ημερολόγια, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-505-120-4.

Απόσπασμα από το βιβλίο (πηγή: Βιβλιονέτ): 

Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να θελήσει να κουβεντιάσουμε, αν τολμήσει να με κοιτάξει κατάματα. Και μόνο η ιδέα πως δεν είναι απίθανο να συμβεί με ημερεύει. Το κρύο, όμως, τη νύχτα, με αγριεύει. Για να αντέξω την παγωνιά, ονειρεύομαι πως είμαι αγρίμι στα δάση και στα βουνά. Γρυλλίζω, βρυχώμαι, αρνούμαι να το δεχθώ, σαν να ‘ναι μια άδικη καταδίκη. Με το ξημέρωμα, την αποδέχομαι. Από αδιαφορία για το σαρκίο μου· γιατί οι δίκαιες τιμωρίες εκλείπουν, όπως συμβαίνει σ’ όλες τις εποχές, ιδίως στις σκοτεινές. Σημασία έχει να μπορεί κανείς να συνεχίσει να τις φαντάζεται…

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 21-9-2014):

Χωρίς εστία: Η πιο σκληρή εξορία

Σκέψεις με αφορμή το μυθιστόρημα «Ανέστιος» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη – Εκδόσεις Άγρα, 2014

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ήταν πάντα η πιο σκληρή μορφή της βαρβαρότητας, είτε ως άσκηση ωμής βίας είτε ως απότοκος της κεφαλαιοκρατικής εξέλιξης, το γεγονός ότι αφήνει τον άνθρωπο χωρίς εστία. Ξένος στην πατρίδα του, σαν σβήνει η φωτιά στο παραγώνι της πατρικής στέγης, ξένος στην ξενιτιά που η ανάγκη τον σπρώχνει, ξένος στο δρόμο που οι νόμοι της αγοράς τον πετάνε μοιραία. Αν θυμηθούμε εδώ για λίγο πώς μένουν ο κόσμος και οι άνθρωποι χωρίς αυταπάτες (το περιέγραψε τόσο ιδανικά εκείνο το Μανιφέστο του 1848), τότε θα νιώσουμε πόσο τρομαχτικό είναι να μένει κανείς χωρίς εστία.

Δεν είναι πολύς καιρός που από τις εκδόσεις Άγρα εκδόθηκε το νέο μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη «Ο ανέστιος- Ημερολόγια», ένα βιβλίο που μιλάει με τρόπο εξαιρετικό όχι απλώς για την υπαρκτική καταστροφή που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα αλλά γενικότερα για όσα εκτυλίσσονται στο σύγχρονο κόσμο. Σ’ ένα κόσμο που ο φιλελεύθερος οπτιμισμός καταρρέει με βρόντους και λυγμούς και όλα αποκαλύπτονται στην τραγική τους διάσταση. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο ανέστιος Ηλίας Κ., είναι ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός που αιφνιδίως καταστρέφεται. Έντιμος πανεπιστημιακός και συνεταίρος σε μιαν ανθηρή τεχνική εταιρία, ξαφνικά νιώθει να χάνει κάθε διάθεση για εκείνους τους μικρούς αλλά συνεχείς συμβιβασμούς που κάνουν εφικτή μια συνηθισμένη ζωή. Επιλέγοντας αντί της άμεσης αυτοκτονίας μια βραδεία αυτοεξόντωση, μοιράζει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και αναχωρεί φυγάς θεόθεν και αλήτης σ’ ένα ταξίδι εξερεύνησης του εαυτού του.

Ο Ηλίας Κ., είναι αλήθεια πως δεν είναι ένας συνηθισμένος άστεγος. Όχι μόνο επειδή επί έξι χρόνια καταγράφει με υποδειγματική συνέπεια σε τετράδια την περιπλάνησή του σε ένα κόσμο ανεστιότητας. Είναι υπέρμαχος της ιστορικότητας της συνείδησης και ξέρει πώς είναι να ζει κανείς σε ένα ατέρμον παρόν. Ζει στο ελάχιστο εδώ και τώρα όχι επειδή το είχε σκοπό αλλά από μια απόλυτη επιθυμία ελευθερίας. Ούτε από συνήθεια ούτε από ανάγκη. Για να δώσει δρόμο στα πάντα κάνει το δρόμο σπίτι του. Πρόκειται για την απόλυτη αποδέσμευση, να χαθείς απ’ όλα και να ζεις χωρίς κανένα κέντρο, χωρίς μια τρύπα να συμμαζέψεις το βλέμμα και τις δυνάμεις σου. «Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ», διαπιστώνει. Ο πόθος για διάλογο που τον κατέτρωγε, γίνεται πυρετικός μονόλογος. Τη μέρα βέβαια είναι εύκολο να αποδέχεται την παγωνιά. Τις νύχτες όμως, για να αντέξει, πρέπει να ονειρεύεται πως είναι αγρίμι. Και έτσι ζει.

Με γραφή παλλόμενη μεταξύ αισθημάτων και στοχασμού, η Δεληγιώργη συνθέτει μια εξαιρετική ψυχολογική αποτύπωση του γεγονότος της ανεστιότητας. Πώς γίνεται, για παράδειγμα, ανέστιος αυτός που ζητά ματαίως ένα πραγματικό φίλο επειδή δεν θέλει πια άλλους γνωστούς, άλλες γνωριμίες, άλλες τυχαίες παρέες. Συνήθως, ο εν δυνάμει ανέστιος έχει λόγους να κρύβει την ερημιά του. Κάποτε όμως έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Δεν έχει πια νόημα να κρύβεις πως είσαι μόνος, οριστικά και τελεσίδικα μόνος. Τελειώνει τότε η εποχή που μετρούσε «όχι ποιος είσαι αλλά πώς καταφέρνεις να κρύψεις αυτό που είσαι». Μια αβάσταχτη ανάγκη γεννιέται, η ανάγκη επιστροφής στην παιδικότητα, στην καθαρότητα των πραγμάτων και ζητά ξανά το πέταγμα. Βέβαια δεν είναι εφικτό πια να πετάς. Μα τούτο δεν είναι πρόσχημα και για να σέρνεσαι. Κι αφού «κανείς δεν τολμά πια να μιλήσει για κάποιον προορισμό», ο ήρωας της Δεληγιώργη δεν έχει άλλο δρόμο παρά να οδεύει. Χωρίς να βιάζεται, χωρίς να βραδυπορεί. Αναπαύεται στο παγκάκι, απολαμβάνει την εγγύτητα με τον Άλλο, παρατηρεί το μυαλό που χοροπηδάει από το ατομικό στο παγκόσμιο με εκπληκτική ευκολία.

Η προτίμηση στο παγκάκι ενός κήπου και όχι στο καφενείο: να μια αναζήτηση όχι κοινωνικότητας παλαιού τύπου αλλά ένας πόθος προσωπικής επαφής. Ως αναζήτηση του φίλου και όχι του γνωστού. Ο Ηλίας Κ. αναζητώντας το όλον αρνείται το μέρος. Το ξέρει πως ο πραγματικά άστεγος είναι ο ανέστιος. Αυτός που περιφέρεται χωρίς σταματημό και έχει χάσει κάθε σημείο αναφοράς, κάθε κέντρο βάρους. Είναι ύπουλη αρρώστια η ανεστιότητα, η πιο φονική επιδημία του αιώνα μας. Εκατομμύρια τα θύματά της αφού τέσσερις τοίχοι και μια σκεπή δεν συνιστούν βέβαια εστία. Χωρίς σεβασμό στην πιο ανθρώπινη ιδιότητα, την συναναστροφή, ο ατομικισμός, η πιο βάρβαρη θρησκεία, καταστρέφει εστίες, πατρίδες, κοινωνίες. Και το πιο απάνθρωπο: ζητά να εξαφανίσεις το παρελθόν από μέσα σου. Κι επειδή ξέρει πως η λήθη, η απομάκρυνση, η σιωπή, η αποξένωση είναι τεχνάσματα (δεν αρκούν για να ξεφύγεις από το παρελθόν) ζητά την απόλυτη καταστροφή της μνήμης. Επειδή όμως «δεν γίναμε ακόμη αυτό που ήταν να γίνουμε», η καταστροφή αυτή γεννά αφεύκτως το μηδέν. Γινόμαστε αντί για όντα, παρόντα. Πλάσματα του εδώ και τώρα, παρέστιοι, παρατρεχάμενοι και παρεπιδημούντες, όπως σημειώνει η Δεληγιώργη. Αυτή η βαθιά παραμόρφωση –μια επέμβαση που απέκοψε ζωτικές διαστάσεις της ύπαρξης όπως είναι το παρελθόν και κατά συνέπεια το μέλλον– οδηγεί φυσικά όλους «εύλογα να αναρωτιούνται πώς έγινε, διάολε, και το μέλλον αντί να είναι η φυσική προέκταση του παρόντος, όπως όλοι προθυμότατα πίστεψαν, ήταν εν τέλει αντικατοπτρισμός του χθες, η αντίπερα όχθη που το καθρέφτιζε».

Ζώντας σε ένα κακοχυμένο κόσμο που κακοφόρμισε, ο ανέστιος της Δεληγιώργη ζητά να βρει πότε άρχισε το κακό. Οι μύθοι για την πτώση ελάχιστα τον παρηγορούν. Η εξουθενωτική αναζήτηση της αιτίας, στην Ιστορία που φωτίζει την καλά κρυμμένη σαπίλα, αποκαλύπτει μια τεράστια πολιορκητική μηχανή ψευδολογίας. Ο φόβος να ξεσπάσει βίαια η αηδία γι’ αυτό τον κόσμο είναι έντονος. Ευτυχώς όμως υπάρχει η γραφή: «Τα ημερολόγια, ένας τρόπος να μη χυθεί τόσο αίμα», όπως σημειώνει και ο Ηλίας Κ. που δεν είναι μηδενιστής και δεν χαίρεται με τις κατακρημνίσεις, αφού πιστεύει ακόμη στη ζωή. Ελπίζει, παλεύει, δεν αδιαφορεί για τον μίτο της Αριάδνης. Ποθεί την έξοδο από το λαβύρινθο. Ποθεί ένα νόημα. Γιατί η έξοδος και η εξορία του δεν είναι εν τέλει παρά η αναζήτηση μιας εστίας. Ανέστιος από παιδί, υπέρμαχος της ζωής και όχι της επιβίωσης, γνωρίζει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή, δεν υπάρχει βαθύτερη αλλοτρίωση του ανθρώπινου προσώπου από την ανεστιότητα: χωρίς εστία, χωρίς πατρίδα, καμιά απελευθέρωση δεν είναι δυνατή.

Ποιος είναι τελικά ο Ηλίας Κ.; «Μια φλογερή καρδιά που κάηκε στη φλόγα της ανημπόριας του. Διόλου απίθανο το κακό να συνέβη από αφηρημάδα ή ευπιστία ή περιφρόνηση για τις λογιστικές πράξεις ή από καθαρή (έμφυτη) αδυναμία να κάνει σωστά το λογαριασμό». Καθώς αρνείται την ιερότητα της χρησιμότητας (που δεν είναι εν τέλει παρά μια υποκρισία) και τον στείρο ορθολογισμό (που δεν είναι παρά οκνηρία) και ψάχνει να βρει την άκρη για να λύσει το αίνιγμα της ζωής του, ο ήρωας της Δεληγιώργη ενώνει τον 21ο με τον 19ο αιώνα. Η ιστορία και η ζωή φανερώνουν τη συνέχεια τους, με ρωγμές και τρύπες βέβαια παντού αλλά συνέχεια. Πρόκειται για το νήμα που φέρνει ξανά στο φως την ελληνική τραγωδία. Γιατί ο «Ανέστιος» είναι συνυφασμένος με τις συνθήκες, τον κοσμολογικό ρυθμό και το εσωτερικό κλίμα της τραγωδίας. Ο κόσμος ξαναβρίσκει τη φλέβα της τραγικής κραυγής, της κραυγής για νόημα. «Ένας ατέλειωτος θάνατος» τούτη η κραυγή, κατά τη φράση του Μάρλοου που ξαναφέρνει το τραγικό ρίγος στον κόσμο, σε ένα κόσμο που είναι αυτή η ίδια κόλαση, όπως θα πει ο Μεφιστοφελής στον Φάουστους. Αλλά και αφορμή για μια σπάνια λογοτεχνία όπως αυτή που διακονεί με συνέπεια, χρόνια τώρα, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2014/09/blog-post_60.html

Περί βιβλίων

Σχολιάστε

του Αριστείδη Μπαλτά

Πηγή:  Η ΑΥΓΗ, 13-4-2014

Το βιβλίο είναι υλικό αντικείμενο που απευθύνεται στη σκέψη ή στο συναίσθημα, που θέλει κάτι να εκφράσει ή κάπου να συνδράμει. Ακόμη και αν διαιρείται σε τόμους ή αποτελεί συλλογή σχετικά αυτοτελών κειμένων, το βιβλίο ενοποιείται από μια ιδέα που κατά κανόνα αποτυπώνεται στον τίτλο του, οσοδήποτε υπαινικτικά. Η διαχείριση της ιδέας μπορεί να ενδυθεί ποικίλες μορφές. Ας πούμε του αφηγήματος, του ποιήματος, του διαλόγου, των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, του δοκιμίου, της σάτιρας, του εγχειριδίου, της οδηγίας. Ή κάποιου συνδυασμού τους. Μπορεί να μορφοποιείται ως πραγματεία, ως ανθολογία, ως άρθρωση αφορισμών, ως συλλογή τεκμηρίων. Όπως και υπό πολλούς άλλους όρους, όχι πάντοτε σαφώς προσδιορισμένους.

Όπως είχε κάποτε παρατηρήσει ο Άγγελος Ελεφάντης, μερικά υλικά αντικείμενα που φέρονται ως βιβλία συνιστούν μη-βιβλία. Αποτελούν μάλλον αθύρματα πεπλανημένης και απειθάρχητης βούλησης, σπαράγματα που πετιούνται φύρδην μίγδην σε τυπογραφικά φύλλα, συγκροτώντας ενοποιητική ιδέα μόνον ιδίοις αναλώμασι. Στην ιδιαζόντως φιλελεύθερη ελληνική αγορά τέτοια «βιβλία» βλέπουν το φως μόνο λόγω της ματαιοδοξίας του παραγωγού τους ή χάρη στην ανενδοίαστη γενναιοδωρία και τη σκληρή ιδιοτέλεια του εκδότη τους.

Υπάρχουν και τα βιβλία της προ χειρών επικαιρότητας, εκείνα που συμμαζεύουν όπως – όπως κεφάλαια μόνο για να αδράξουν τον παλμό της στιγμής. Πρόκειται για πρόχειρα συμπιλήματα, δηλαδή βιβλία κατά προσέγγιση, που επείγονται να εμφανιστούν στον αφρό για να προβάλουν εδώ και τώρα την εγρήγορση του συγγραφέα τους -ή απλώς για να πουλήσουν. Η χειρονομία είναι διάφανη, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι υποχρεωτικά επιβλαβές. Απέναντι σε ένα ζήτημα που απασχολεί, όντως αισθανόμαστε συχνά την ανάγκη κάτι να διαβάσουμε. Ακόμη και μια άτεχνη συρραφή κατασκευασμένη επί τούτω. Κάπως έτσι δημιουργούνται εφήμερα ευπώλητα.

Τα βιβλία κρίνονται. Από τους αναγνώστες τους, με ενδεχόμενη μεσολάβηση κάποιων επαγγελματιών ή ερασιτεχνών της βιβλιοκρισίας. Η κρίση δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο της ιδέας που συνέχει το βιβλίο όσο τον τρόπο με τον οποίο την πραγματεύεται, δηλαδή την πειθαρχεί εσωτερικά. Καθιστώντας την έτσι αξιόμαχη, κατά τα δικά της ίδια μέσα, στο ειδικό δημόσιο πεδίο όπου θέλει να ενταχθεί.

Κάποια βιβλία παρουσιάζονται δημόσια. Κατά κανόνα από κάποιους ειδικούς του συναφούς πεδίου. Αυτοί υποτίθεται πως έχουν διεξέλθει το βιβλίο και συμφωνούν να το συστήσουν. Δέχονται να καταστούν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα σε εκείνο και στους υποψήφιους αναγνώστες του. Η συνήθεια είναι γόνιμη. Τα κλειδιά ανάγνωσης που προτείνονται στις συναφείς εκδηλώσεις μπορεί να συμβάλουν στη γνωριμία με το βιβλίο ή ακόμη και να εμπλουτίσουν τους ίδιους τους όρους ανάγνωσης.

Εδώ και καιρό έχει αναδειχθεί στα καθ’ ημάς μια ιδιόρρυθμη εκδοχή βιβλιοπαρουσίασης, χαρακτηριστική του κυρίαρχου δημόσιου ήθους: πολιτικά στελέχη περιωπής συνευρίσκονται για να ομονοήσουν επί της απαράμιλλης αξίας του παρουσιαζόμενου βιβλίου. Η συνήθεια ωφελεί: τα πολιτικά στελέχη επιδεικνύουν πνευματικότητα και οι συγγραφείς εύρος απήχησης. Εκείνο που δεν ωφελείται είναι το ίδιο το βιβλίο. Γιατί τα φώτα της δημοσιότητας που περιβάλλουν την αντίστοιχη εκδήλωση -χωρίς αυτά η εκδήλωση δεν θα είχε νόημα- αφήνουν το τελευταίο στο σκοτάδι. Του αξίζει τέτοια μεταχείριση; Δεν μπορούμε να αποφανθούμε γενικώς και αδιακρίτως. Αλλά έτσι ή αλλιώς scripta manent.

http://www.avgi.gr/article/2282167/peri-biblion

Ο Richard Kearny για τον Ιησού-ξένο

Σχολιάστε

544Ένα σημαντικό απόσπασμα από το άρθρο του Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα«, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη» (τεύχος 15, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2013):

[Νέα Ευθύνη, τ.15, σελ.111] (…) Όπως μας διδάσκουν οι σπουδαίες ιστορίες της Βίβλου, από τον Αβραάμ που τάισε τους τρεις ξένους μέχρι τον Ιησού- ξένο, που τάισε τους οικοδεσπότες του στην Εμμαούς, η μετουσίωση [μεταβολή]* του άρτου και του οίνου είναι πρωταρχικά μετουσίωση [μεταβολή]* της  εχθρότητας σε φιλοξενία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη  πρόκληση για τη Χριστιανοσύνη στο μέλλον, όπως ήταν άλλωστε και στο παρελθόν.

Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα», μετάφραση: Ούρσουλα Φώσκολου, στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τεύχος 15, Ιαν.- Φεβρ.2013, σελ. 109-111 (εδώ: σελ.111).

——————————-
*[Σημ. δική μας: προτιμητέος κατά την γνώμη μας ο όρος «μεταβολή» αντί «μετουσίωση»]

Οικονομική κρίση και εκδοτική ποιότητα (ακριβή η τιμή του βιβλίου, χειρίστης ποιότητος το χαρτί του)

Σχολιάστε

2FC5C87E1C150E0CB8CD4E5335452972

Στην αρχή της χρονιάς είχαμε αναδημοσιεύσει το ενδιαφέρον άρθρο του Ανταίου Χρυσοστομίδη «Εκδότες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης»  (Αυγή, 15-1-2012). Σ’ αυτό ο συγγραφέας ανέλυε διεξοδικά τις επιπτώσεις της κρίσης στο χώρο του βιβλίου. Μεταξύ άλλων ο συγγραφέας εξηγούσε τους λόγους που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί πολιτική «βιβλίων τσέπης» με φθηνό χαρτί:

[…]Τις προάλλες δημοσιογράφος κυριακάτικης εφημερίδας αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούμε να έχουμε κι εδώ βιβλία τσέπης με φτηνό χαρτί και φτηνή τιμή όπως στο εξωτερικό. Το ίδιο ερωτηματικό γεννήθηκε και σε ιδιοκτήτρια μεγάλου βιβλιοπωλείου της Αθήνας, που προφανώς είχε διαβάσει το άρθρο του συναδέλφου. Σαν να μην ήξεραν και οι δύο, παρά τα χρόνια που έχουν ζήσει ανάμεσα σε βιβλία, μερικές βασικές αλήθειες: Κατ’ αρχάς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα βιβλία στο εξωτερικό βγαίνουν με χοντρό εξώφυλλο και πολύ ακριβότερη από την ελληνική τιμή. Αν έχουν εμπορική επιτυχία, τότε ναι, φωτογραφίζονται (δηλαδή με μηδενικό επιπλέον κόστος) και βγαίνουν σε βιβλία τσέπης. Δεύτερον: Στο εξωτερικό υπάρχουν οι μηχανές βαθυτυπίας που, σε σχέση με τις μηχανές όφσετ, είναι πολύ φτηνές και γρήγορες. Σου ξεπετάνε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε μερικά λεπτά. Όταν λοιπόν το κανονικό τιράζ ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι μόλις 2.000 αντίτυπα, ενώ, αντίστοιχα, στο εξωτερικό -μιλάμε πάντα για τις εμπορικές επιτυχίες που μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα γίνονται και βιβλία τσέπης- ξεκινούν με 100.000, είναι φανερό ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Η βαθυτυπία δεν «σηκώνει» 2.000 αντίτυπα, χρειάζονται οι μηχανές όφσετ. Βιβλίο τσέπης σημαίνει πολλούς αναγνώστες, γι’ αυτό και μετά τα Βίπερ όσοι εκδότες προσπάθησαν να δοκιμάσουν, επέστρεψαν γρήγορα στο γνωστό, μπαστάρδικο ελληνικό τρόπο βιβλίου που δεν έχει ούτε το σκληρό εξώφυλλο και την άψογη εμφάνιση των ξένων βιβλίων ούτε την οικονομική λύση των -ευτελών- βιβλίων τσέπης[…].

Ωστόσο το τελευταίο διάστημα παρατηρώντας ως απλός αναγνώστης τις νέες εκδόσεις διαπιστώνω μια «υβριδική» κατάσταση: οι τιμές των νέων εκδόσεων να «ανεβαίνουν» με παράλληλη έκπτωση στην ποιότητα της εκδόσεως (σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις η ποιότητα του χαρτιού είναι χειρότερη και από το εφημεριδόχαρτο). Δοκιμάστε το βάρος των νέων εκδόσεων και θα εκπλαγείτε! Είναι τόσο ελαφρά τα βιβλία με το κακής ποιότητος χαρτί που νομίζεις ότι σηκώνεις καρφίτσα. Και το ζήτημα πλέον είναι το εξής: με ενδιαφέρει το περιεχόμενο μιας νέας εκδόσεως, αλλά η ποιότητα του χαρτιού είναι χειρίστη. Τι κάνω; Το αγοράζω κι ας είναι η σχέση ποιότητας/τιμής εις βάρος του αναγνώστη; Το αγνοώ; Κι αν ο εκδότης δεν είχε τη δυνατότητα να το βγάλει με καλύτερο χαρτί; Προσωπικά δεν έχω αγοράσει ορισμένες νέες εκδόσεις λόγω της κακής ποιότητας του χαρτιού. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που το βιβλίο με ενδιαφέρει τόσο πολύ ώστε προβαίνω στην αγορά του παρά την κακή ποιότητα του χαρτιού.

Εσείς, φίλοι αναγνώστες, τη γνώμη έχετε; Περιμένουμε τα σχόλια σας , ευελπιστώντας ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί ή τουλάχιστον οι τιμές θα διαμορφωθούν ανάλογα με την ποιότητα της εκάστοτε εκδόσεως.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: