Κώστας Χατζηαντωνίου, Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας (Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»)

Σχολιάστε

paixnidiepithimias

Βάσω ΑλεξανδράκηΤο παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν.Γ.Πεντζίκη, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-527-730-7.

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 11-1-2015):

Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας

Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Να φωτίσεις το κείμενο σημαίνει να ανατρέψεις τον τίτλο» επεσήμαινε προσφυώς ο J. Ricardou υποδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση με την οποία ένα κείμενο μπορεί να ανατρέπει την κυριαρχία (δηλαδή τη μονοσημία) του τίτλου του. Όταν το 1966 ο Ν. Γ. Πεντζίκης εξέδιδε το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» (μετά από γραφή σχεδόν δύο δεκαετιών), η ιδιόρρυθμη ύπαρξη και το πρωτοποριακό έργο του σφράγιζαν ήδη τη λογοτεχνική ζωή της μητέρας Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα τη νεοελληνική τέχνη. Η γοητεία της φυσικής του παρουσίας ενίσχυε εξωκειμενικά την ακατάτακτη ρευστότητα των εντυπώσεων και την αποσπασματική αφήγηση που χαρακτήριζαν το έργο αυτό, με αποτέλεσμα αυτός μεν να καταστεί μέχρι σήμερα ένα απροσδιόριστο είδωλο (που λατρεύουν εξίσου συντηρητικοί και πρωτοποριακοί, υλόφρονες αλλά και θρησκόληπτοι), το δε έργο του να υιοθετηθεί ως μια ιδεώδης παρέκκλιση. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν με την ουσία της προσπάθειας, να ανατρέψει το ρομαντικό πρόταγμα της Έρσης του Δροσίνη, υψώνοντας τη σημαία της παραίτησης από αυτό που ζητά μια κοινωνία που θέλει να έχει μυθιστόρημα.

Κάποτε όμως φτάνει η ώρα της γνήσιας φιλολογίας. Η εξαιρετική έμπνευση της κ. Β. Αλεξανδράκη να εξετάσει σε βάθος αυτό το «μυθιστόρημα», μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για την πολυσυζητημένη αδυναμία μας να συγκροτήσουμε ως κοινωνία μυθιστόρημα, αδυναμία την οποία, συνήθως, ντύνουμε με διάφορες κουτοπόνηρες, αντάξιες των ρωμηών δικαιολογίες περί οθνείων αφηγηματικών ειδών. Συγχρόνως, η άψογη τούτη κριτική μελέτη, μας δίνει μιαν ιδανική αφορμή να στοχαστούμε για την περίφημη απαξίωση της επιθυμίας και της ματαιοδοξίας, με την οποία εξωραΐζουμε συχνά το ακαταλόγιστο ή προσπαθούμε να αποκρύψουμε μια βαθιά, καλά κρυμμένη ματαιοδοξία. Βέβαια, το παράδοξο πάντα ευχαριστεί και αναστατώνει αλλά υπάρχει και ένα σκόπιμο παράδοξο που επιδιώκει το μυστήριο και τον θαυμασμό αυτού που δεν τολμούμε εμείς να διαπράξουμε. Η κοινή συνείδηση αναζητά σταθερά τον τρελό του χωριού για να πει αυτό που είναι η βαθύτατη πίστη της. Πως τίποτα δεν έχει νόημα πλην του χλευασμού του παραδεδεγμένου, πλην της δουλικής προσχώρησης στο ανορθολογικό αναπόδεικτο μιας μυθολογίας. Κι εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν.

Έργο ωριμότητας το βιβλίο αυτό του Πεντζίκη, έχει ως πυρήνα την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα από την παραίτηση της διερεύνησης της ταυτότητας και την έξοδο από τον τάχα κλειστό χώρο του υποκειμένου για να παραδοθούμε στον τάχα ανοιχτό χώρο των προσώπων και των πραγμάτων. Ως μεταφυσικό επιχείρημα καλό ακούγεται. Έτσι είναι όμως; Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης σχεδιάζεται και εκτυλίσσεται με βάση το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας και την αποξένωση από την πραγματικότητα. Ένα πλαίσιο αλλοτρίωσης ορίζει την αναζήτηση της ταυτότητας που θα κάνει εφικτή την πραγμάτωση της ερωτικής επιθυμίας – της κορυφαίας επιθυμίας του ανθρώπου. Ως τυπική αφετηρία λαμβάνεται η Έρση του Δροσίνη, το ρομαντικό πρότυπο μιας ανεύρετης ευτυχίας. Ο συγγραφέας αναζητεί αυτό που εμποδίζει τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα μιλώντας για τη δυναμική της επιθυμίας που δίνει ειδικά σε αυτό το βιβλίο ιδιαίτερη ένταση στην διεσπαρμένη (όπως πάντα στον Πεντζίκη) σε πληθώρα λεπτομερειών και εν απουσία χρονικού νοήματος γραφή.

Καθώς η Β. Αλεξανδράκη έχει οργανώσει υποδειγματικά το υλικό της, ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του «Μυθιστορήματος της Έρσης» σε έξι κεφάλαια και να περιπλανηθεί κι αυτός από το όνειρο της ευτυχίας και τη ματαίωσή του ως την παρηγοριά της γραφής. Είναι ασφαλώς αναγκαία μια παρηγοριά μετά τη ματαίωση της επιθυμίας που είναι το πλαίσιο του πρώτου μέρους αυτής της βαθιά εσωτερικής και εξωλογικής περιπέτειας. Μήπως όμως η ματαίωση της επιθυμίας, του ονείρου, είναι ματαίωση και της πραγματικότητας ή ακόμη και αυτής της ύπαρξης; Ο Πεντζίκης εγκαταλείποντας την ιστορία και τα πρόσωπα, αντιλαμβάνεται την πτώση ως λύτρωση. Το τέλος της περιπλάνησης και η εύρεση νοήματος με τη γραφή να είναι το σημαίνον της ύπαρξης, μπορεί ωστόσο να μην είναι λύτρωση ή εύρεση αλλά απώλεια της ταυτότητας ή παράδοση στη φαντασίωση. Η πραγματικότητα δυστυχώς δεν καταργείται, όσο και αν ο συγγραφέας την αποφεύγει. Αντιθέτως, επιβάλλεται πλήρως αφού το υποκείμενο παραιτείται και καταφεύγει στη φαντασίωση. Όταν καταλήγει κανείς πως η ευτυχία είναι εσωτερική υπόθεση, φτάνει στην ουσία του πιο αντιδραστικού ιδεολογήματος. Τι κι αν τριγύρω μπορεί να είναι κόλαση; Εσύ μπορείς να είσαι εσωτερικά ελεύθερος και ευτυχής.

Θα ήταν αποτελεσματικό τούτο το χάπι αν η γραφή είχε λάβει οριστικό και σταθερό σχήμα, αν συγκροτούσε δηλαδή μυθιστόρημα. Η αποτυχία όμως να οικοδομήσουμε μυθιστόρημα, τα χωρίς συνοχή σπαράγματα, η καταφυγή στην κατοχυρωμένη αυθεντία και στον ειπωμένο και απαραβίαστο λόγο που εγγυάται τη συνέχεια, δεν ενώνουν αλλά τονίζουν την πολυδιάσπαση ενός κόσμου που έχει απολέσει κάθε ενότητα. Αν η απάντηση στο ζήτημα της ευτυχίας είναι η αφήγηση, η γραφή, ποια απάντηση στην αγωνία της ύπαρξης μπορεί να βρει ο αναγνώστης όταν ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως δεν τον ενδιαφέρει η αφήγηση αλλά οι εσωτερικές της απηχήσεις; Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς πως πρόκειται περί μύθου. Όμως ακόμη και ο μύθος έχει δομή, έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν είναι παραλήρημα. Μήπως λοιπόν το αφελές και το εξωλογικό δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και ουσιαστικά αφελές; Και μήπως αυτό το εξωλογικό είναι που έκανε τον συγγραφέα αγαπητό σε ετερόκλητο κοινό;

Υπάρχει μια θεωρία περί ανάγκης αποκρυπτογράφησης και μύησης σε απαγορευμένα στον κοινό νου μυστικά (στη ζωή, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη). Η θεωρία αυτή μοιάζει όμορφη αλλά δεν είναι παρά η αιτία της κοινωνικής και λογοτεχνικής μας κακοδαιμονίας, η αιτία της αδυναμίας να αφηνόμαστε στο τυχαίο και στο παράλληλα συμβαίνον, της αδυναμίας μας να γίνουμε επιτέλους αστική κοινωνία που θα δώσει ένα συγκροτημένο μυθιστόρημα. Διότι προς τούτο δεν αρκεί γόνιμη φαντασία και εξυπνάδες. Απαιτείται πειθαρχία σκοπών και μέσων. Με την παραδοξολογία, τον ιδεοκρατικό υπερβατικό κώδικα και τη μεταφυσική βάζουμε μεν τα βιβλία μας στο απυρόβλητο, λογοτεχνία σύγχρονων αξιώσεων όμως δεν οικοδομούμε.

Δεν εννοώ φυσικά πως η γραφή πρέπει να είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αν ωστόσο η λογοτεχνία έχει να επιτελέσει έναν κοινωνικό ρόλο πέραν της ατομικής εκτόνωσης, δεν μπορεί και να υπάρχει ερήμην της. Η «συμβολαιογραφική πράξη με το απουσιάζον» προϋποθέτει πως το απουσιάζον υπάρχει, πως απλώς λείπει. Όταν όμως αυτό δεν υπάρχει; Για τούτο και η επίθεση του Πεντζίκη κατά της ιδεοκρατίας μοιάζει ειρωνική αφού μάλλον αγνοούσε αυτό που θα τον οδηγούσε πραγματικά σε απορία: ιδέες υπηρέτησε και ιδέες αναζητούσε όταν αναζητούσε τα υλικά σχήματά τους, την υλική τους υπόσταση. Οι θεωρίες περί πραγμάτωσης του αόρατου εντός του ορατού είναι η αυταπάτη κάθε ιδεαλιστή. Ο «ματεριαλιστής του άυλου» (φράση του Γ. Θέμελη) ήταν ένας ιδεαλιστής που απλά ντρέπονταν να ομολογήσει την πίστη του στις ιδέες. Το γεγονός ότι ήταν προσκολλημένος στα πράγματα δεν αναιρούσε αυτή την κατάσταση, απλώς επέτεινε τον διχασμό. Η δε ονειρική γραφή του, που αντλούσε από τα φαινόμενα και την πληθώρα λεπτομερειών, διαλύοντας την πραγματικότητα σε μια απειρότητα αντιθέσεων και πλήρους ρευστότητας, θα φτάσει να διαλύσει τον κόσμο καταργώντας κάθε συνθήκη ικανή για συγκρότηση ταυτότητας και ανοίγοντας με την περίφημη ενότητα υποκειμένου/ αντικειμένου την πόρτα είτε του μηδενός είτε του θρησκευτικού ολοκληρωτισμού.

Ένα μυθιστόρημα λοιπόν για τη γραφή; Μια περιπέτεια συνεχών διερωτήσεων με την τέχνη ως ύστατη παρηγοριά ενώ τριγύρω όλα είναι απροσδιόριστα, όλα τελούν υπό διάψευση, όλα καταρρέουν; Αν για τον Πεντζίκη αυτό είχε αποτέλεσμα λυτρωτικό (ανοίγοντας την πόρτα της θρησκοληψίας), για πολλούς άλλους νομίζω πως ανοίγει η πόρτα του «όλα επιτρέπονται». Από την μεταμοντέρνα διάλυση της τέχνης μέχρι την αμφισβήτηση κάθε ιστορικής αλήθειας (αφού «όλα είναι μια αφήγηση») και από το όργιο της λεηλασίας του δημοσίου χρήματος μέχρι την καταρράκωση της πολιτικής δημοκρατίας. Η θεωρία για την τέχνη ως παρηγοριά διαλύει εν τέλει τη συνείδηση του ελεύθερου ανθρώπου, την πολιτική συνείδηση και τον κάνει έτοιμο να υποταχθεί στην ασιατική αγέλη που προσκυνά ξόανα. Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Πηγή της ζωής και της τέχνης είναι μονάχα ο λόγος. Το αντίκρισμα της αλήθειας που δεν είναι άλλη από την τραγική μας παράδοση. Αρκετά με τα εξωλογικά παραμύθια και τις παρηγοριές, με τα υποκατάστατα της επιθυμίας που γίνονται γραφή. Καιρός η γραφή να γίνει η έκφραση της επιθυμίας μας.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_72.html

Advertisements

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου για το βιβλίο «Ανέστιος: Ημερολόγια» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη

Σχολιάστε

b194518

Αλεξάνδρα ΔεληγιώργηΑνέστιος: Ημερολόγια, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-505-120-4.

Απόσπασμα από το βιβλίο (πηγή: Βιβλιονέτ): 

Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να θελήσει να κουβεντιάσουμε, αν τολμήσει να με κοιτάξει κατάματα. Και μόνο η ιδέα πως δεν είναι απίθανο να συμβεί με ημερεύει. Το κρύο, όμως, τη νύχτα, με αγριεύει. Για να αντέξω την παγωνιά, ονειρεύομαι πως είμαι αγρίμι στα δάση και στα βουνά. Γρυλλίζω, βρυχώμαι, αρνούμαι να το δεχθώ, σαν να ‘ναι μια άδικη καταδίκη. Με το ξημέρωμα, την αποδέχομαι. Από αδιαφορία για το σαρκίο μου· γιατί οι δίκαιες τιμωρίες εκλείπουν, όπως συμβαίνει σ’ όλες τις εποχές, ιδίως στις σκοτεινές. Σημασία έχει να μπορεί κανείς να συνεχίσει να τις φαντάζεται…

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 21-9-2014):

Χωρίς εστία: Η πιο σκληρή εξορία

Σκέψεις με αφορμή το μυθιστόρημα «Ανέστιος» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη – Εκδόσεις Άγρα, 2014

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ήταν πάντα η πιο σκληρή μορφή της βαρβαρότητας, είτε ως άσκηση ωμής βίας είτε ως απότοκος της κεφαλαιοκρατικής εξέλιξης, το γεγονός ότι αφήνει τον άνθρωπο χωρίς εστία. Ξένος στην πατρίδα του, σαν σβήνει η φωτιά στο παραγώνι της πατρικής στέγης, ξένος στην ξενιτιά που η ανάγκη τον σπρώχνει, ξένος στο δρόμο που οι νόμοι της αγοράς τον πετάνε μοιραία. Αν θυμηθούμε εδώ για λίγο πώς μένουν ο κόσμος και οι άνθρωποι χωρίς αυταπάτες (το περιέγραψε τόσο ιδανικά εκείνο το Μανιφέστο του 1848), τότε θα νιώσουμε πόσο τρομαχτικό είναι να μένει κανείς χωρίς εστία.

Δεν είναι πολύς καιρός που από τις εκδόσεις Άγρα εκδόθηκε το νέο μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη «Ο ανέστιος- Ημερολόγια», ένα βιβλίο που μιλάει με τρόπο εξαιρετικό όχι απλώς για την υπαρκτική καταστροφή που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα αλλά γενικότερα για όσα εκτυλίσσονται στο σύγχρονο κόσμο. Σ’ ένα κόσμο που ο φιλελεύθερος οπτιμισμός καταρρέει με βρόντους και λυγμούς και όλα αποκαλύπτονται στην τραγική τους διάσταση. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο ανέστιος Ηλίας Κ., είναι ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός που αιφνιδίως καταστρέφεται. Έντιμος πανεπιστημιακός και συνεταίρος σε μιαν ανθηρή τεχνική εταιρία, ξαφνικά νιώθει να χάνει κάθε διάθεση για εκείνους τους μικρούς αλλά συνεχείς συμβιβασμούς που κάνουν εφικτή μια συνηθισμένη ζωή. Επιλέγοντας αντί της άμεσης αυτοκτονίας μια βραδεία αυτοεξόντωση, μοιράζει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και αναχωρεί φυγάς θεόθεν και αλήτης σ’ ένα ταξίδι εξερεύνησης του εαυτού του.

Ο Ηλίας Κ., είναι αλήθεια πως δεν είναι ένας συνηθισμένος άστεγος. Όχι μόνο επειδή επί έξι χρόνια καταγράφει με υποδειγματική συνέπεια σε τετράδια την περιπλάνησή του σε ένα κόσμο ανεστιότητας. Είναι υπέρμαχος της ιστορικότητας της συνείδησης και ξέρει πώς είναι να ζει κανείς σε ένα ατέρμον παρόν. Ζει στο ελάχιστο εδώ και τώρα όχι επειδή το είχε σκοπό αλλά από μια απόλυτη επιθυμία ελευθερίας. Ούτε από συνήθεια ούτε από ανάγκη. Για να δώσει δρόμο στα πάντα κάνει το δρόμο σπίτι του. Πρόκειται για την απόλυτη αποδέσμευση, να χαθείς απ’ όλα και να ζεις χωρίς κανένα κέντρο, χωρίς μια τρύπα να συμμαζέψεις το βλέμμα και τις δυνάμεις σου. «Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ», διαπιστώνει. Ο πόθος για διάλογο που τον κατέτρωγε, γίνεται πυρετικός μονόλογος. Τη μέρα βέβαια είναι εύκολο να αποδέχεται την παγωνιά. Τις νύχτες όμως, για να αντέξει, πρέπει να ονειρεύεται πως είναι αγρίμι. Και έτσι ζει.

Με γραφή παλλόμενη μεταξύ αισθημάτων και στοχασμού, η Δεληγιώργη συνθέτει μια εξαιρετική ψυχολογική αποτύπωση του γεγονότος της ανεστιότητας. Πώς γίνεται, για παράδειγμα, ανέστιος αυτός που ζητά ματαίως ένα πραγματικό φίλο επειδή δεν θέλει πια άλλους γνωστούς, άλλες γνωριμίες, άλλες τυχαίες παρέες. Συνήθως, ο εν δυνάμει ανέστιος έχει λόγους να κρύβει την ερημιά του. Κάποτε όμως έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Δεν έχει πια νόημα να κρύβεις πως είσαι μόνος, οριστικά και τελεσίδικα μόνος. Τελειώνει τότε η εποχή που μετρούσε «όχι ποιος είσαι αλλά πώς καταφέρνεις να κρύψεις αυτό που είσαι». Μια αβάσταχτη ανάγκη γεννιέται, η ανάγκη επιστροφής στην παιδικότητα, στην καθαρότητα των πραγμάτων και ζητά ξανά το πέταγμα. Βέβαια δεν είναι εφικτό πια να πετάς. Μα τούτο δεν είναι πρόσχημα και για να σέρνεσαι. Κι αφού «κανείς δεν τολμά πια να μιλήσει για κάποιον προορισμό», ο ήρωας της Δεληγιώργη δεν έχει άλλο δρόμο παρά να οδεύει. Χωρίς να βιάζεται, χωρίς να βραδυπορεί. Αναπαύεται στο παγκάκι, απολαμβάνει την εγγύτητα με τον Άλλο, παρατηρεί το μυαλό που χοροπηδάει από το ατομικό στο παγκόσμιο με εκπληκτική ευκολία.

Η προτίμηση στο παγκάκι ενός κήπου και όχι στο καφενείο: να μια αναζήτηση όχι κοινωνικότητας παλαιού τύπου αλλά ένας πόθος προσωπικής επαφής. Ως αναζήτηση του φίλου και όχι του γνωστού. Ο Ηλίας Κ. αναζητώντας το όλον αρνείται το μέρος. Το ξέρει πως ο πραγματικά άστεγος είναι ο ανέστιος. Αυτός που περιφέρεται χωρίς σταματημό και έχει χάσει κάθε σημείο αναφοράς, κάθε κέντρο βάρους. Είναι ύπουλη αρρώστια η ανεστιότητα, η πιο φονική επιδημία του αιώνα μας. Εκατομμύρια τα θύματά της αφού τέσσερις τοίχοι και μια σκεπή δεν συνιστούν βέβαια εστία. Χωρίς σεβασμό στην πιο ανθρώπινη ιδιότητα, την συναναστροφή, ο ατομικισμός, η πιο βάρβαρη θρησκεία, καταστρέφει εστίες, πατρίδες, κοινωνίες. Και το πιο απάνθρωπο: ζητά να εξαφανίσεις το παρελθόν από μέσα σου. Κι επειδή ξέρει πως η λήθη, η απομάκρυνση, η σιωπή, η αποξένωση είναι τεχνάσματα (δεν αρκούν για να ξεφύγεις από το παρελθόν) ζητά την απόλυτη καταστροφή της μνήμης. Επειδή όμως «δεν γίναμε ακόμη αυτό που ήταν να γίνουμε», η καταστροφή αυτή γεννά αφεύκτως το μηδέν. Γινόμαστε αντί για όντα, παρόντα. Πλάσματα του εδώ και τώρα, παρέστιοι, παρατρεχάμενοι και παρεπιδημούντες, όπως σημειώνει η Δεληγιώργη. Αυτή η βαθιά παραμόρφωση –μια επέμβαση που απέκοψε ζωτικές διαστάσεις της ύπαρξης όπως είναι το παρελθόν και κατά συνέπεια το μέλλον– οδηγεί φυσικά όλους «εύλογα να αναρωτιούνται πώς έγινε, διάολε, και το μέλλον αντί να είναι η φυσική προέκταση του παρόντος, όπως όλοι προθυμότατα πίστεψαν, ήταν εν τέλει αντικατοπτρισμός του χθες, η αντίπερα όχθη που το καθρέφτιζε».

Ζώντας σε ένα κακοχυμένο κόσμο που κακοφόρμισε, ο ανέστιος της Δεληγιώργη ζητά να βρει πότε άρχισε το κακό. Οι μύθοι για την πτώση ελάχιστα τον παρηγορούν. Η εξουθενωτική αναζήτηση της αιτίας, στην Ιστορία που φωτίζει την καλά κρυμμένη σαπίλα, αποκαλύπτει μια τεράστια πολιορκητική μηχανή ψευδολογίας. Ο φόβος να ξεσπάσει βίαια η αηδία γι’ αυτό τον κόσμο είναι έντονος. Ευτυχώς όμως υπάρχει η γραφή: «Τα ημερολόγια, ένας τρόπος να μη χυθεί τόσο αίμα», όπως σημειώνει και ο Ηλίας Κ. που δεν είναι μηδενιστής και δεν χαίρεται με τις κατακρημνίσεις, αφού πιστεύει ακόμη στη ζωή. Ελπίζει, παλεύει, δεν αδιαφορεί για τον μίτο της Αριάδνης. Ποθεί την έξοδο από το λαβύρινθο. Ποθεί ένα νόημα. Γιατί η έξοδος και η εξορία του δεν είναι εν τέλει παρά η αναζήτηση μιας εστίας. Ανέστιος από παιδί, υπέρμαχος της ζωής και όχι της επιβίωσης, γνωρίζει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή, δεν υπάρχει βαθύτερη αλλοτρίωση του ανθρώπινου προσώπου από την ανεστιότητα: χωρίς εστία, χωρίς πατρίδα, καμιά απελευθέρωση δεν είναι δυνατή.

Ποιος είναι τελικά ο Ηλίας Κ.; «Μια φλογερή καρδιά που κάηκε στη φλόγα της ανημπόριας του. Διόλου απίθανο το κακό να συνέβη από αφηρημάδα ή ευπιστία ή περιφρόνηση για τις λογιστικές πράξεις ή από καθαρή (έμφυτη) αδυναμία να κάνει σωστά το λογαριασμό». Καθώς αρνείται την ιερότητα της χρησιμότητας (που δεν είναι εν τέλει παρά μια υποκρισία) και τον στείρο ορθολογισμό (που δεν είναι παρά οκνηρία) και ψάχνει να βρει την άκρη για να λύσει το αίνιγμα της ζωής του, ο ήρωας της Δεληγιώργη ενώνει τον 21ο με τον 19ο αιώνα. Η ιστορία και η ζωή φανερώνουν τη συνέχεια τους, με ρωγμές και τρύπες βέβαια παντού αλλά συνέχεια. Πρόκειται για το νήμα που φέρνει ξανά στο φως την ελληνική τραγωδία. Γιατί ο «Ανέστιος» είναι συνυφασμένος με τις συνθήκες, τον κοσμολογικό ρυθμό και το εσωτερικό κλίμα της τραγωδίας. Ο κόσμος ξαναβρίσκει τη φλέβα της τραγικής κραυγής, της κραυγής για νόημα. «Ένας ατέλειωτος θάνατος» τούτη η κραυγή, κατά τη φράση του Μάρλοου που ξαναφέρνει το τραγικό ρίγος στον κόσμο, σε ένα κόσμο που είναι αυτή η ίδια κόλαση, όπως θα πει ο Μεφιστοφελής στον Φάουστους. Αλλά και αφορμή για μια σπάνια λογοτεχνία όπως αυτή που διακονεί με συνέπεια, χρόνια τώρα, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2014/09/blog-post_60.html

Περί βιβλίων

Σχολιάστε

του Αριστείδη Μπαλτά

Πηγή:  Η ΑΥΓΗ, 13-4-2014

Το βιβλίο είναι υλικό αντικείμενο που απευθύνεται στη σκέψη ή στο συναίσθημα, που θέλει κάτι να εκφράσει ή κάπου να συνδράμει. Ακόμη και αν διαιρείται σε τόμους ή αποτελεί συλλογή σχετικά αυτοτελών κειμένων, το βιβλίο ενοποιείται από μια ιδέα που κατά κανόνα αποτυπώνεται στον τίτλο του, οσοδήποτε υπαινικτικά. Η διαχείριση της ιδέας μπορεί να ενδυθεί ποικίλες μορφές. Ας πούμε του αφηγήματος, του ποιήματος, του διαλόγου, των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, του δοκιμίου, της σάτιρας, του εγχειριδίου, της οδηγίας. Ή κάποιου συνδυασμού τους. Μπορεί να μορφοποιείται ως πραγματεία, ως ανθολογία, ως άρθρωση αφορισμών, ως συλλογή τεκμηρίων. Όπως και υπό πολλούς άλλους όρους, όχι πάντοτε σαφώς προσδιορισμένους.

Όπως είχε κάποτε παρατηρήσει ο Άγγελος Ελεφάντης, μερικά υλικά αντικείμενα που φέρονται ως βιβλία συνιστούν μη-βιβλία. Αποτελούν μάλλον αθύρματα πεπλανημένης και απειθάρχητης βούλησης, σπαράγματα που πετιούνται φύρδην μίγδην σε τυπογραφικά φύλλα, συγκροτώντας ενοποιητική ιδέα μόνον ιδίοις αναλώμασι. Στην ιδιαζόντως φιλελεύθερη ελληνική αγορά τέτοια «βιβλία» βλέπουν το φως μόνο λόγω της ματαιοδοξίας του παραγωγού τους ή χάρη στην ανενδοίαστη γενναιοδωρία και τη σκληρή ιδιοτέλεια του εκδότη τους.

Υπάρχουν και τα βιβλία της προ χειρών επικαιρότητας, εκείνα που συμμαζεύουν όπως – όπως κεφάλαια μόνο για να αδράξουν τον παλμό της στιγμής. Πρόκειται για πρόχειρα συμπιλήματα, δηλαδή βιβλία κατά προσέγγιση, που επείγονται να εμφανιστούν στον αφρό για να προβάλουν εδώ και τώρα την εγρήγορση του συγγραφέα τους -ή απλώς για να πουλήσουν. Η χειρονομία είναι διάφανη, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι υποχρεωτικά επιβλαβές. Απέναντι σε ένα ζήτημα που απασχολεί, όντως αισθανόμαστε συχνά την ανάγκη κάτι να διαβάσουμε. Ακόμη και μια άτεχνη συρραφή κατασκευασμένη επί τούτω. Κάπως έτσι δημιουργούνται εφήμερα ευπώλητα.

Τα βιβλία κρίνονται. Από τους αναγνώστες τους, με ενδεχόμενη μεσολάβηση κάποιων επαγγελματιών ή ερασιτεχνών της βιβλιοκρισίας. Η κρίση δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο της ιδέας που συνέχει το βιβλίο όσο τον τρόπο με τον οποίο την πραγματεύεται, δηλαδή την πειθαρχεί εσωτερικά. Καθιστώντας την έτσι αξιόμαχη, κατά τα δικά της ίδια μέσα, στο ειδικό δημόσιο πεδίο όπου θέλει να ενταχθεί.

Κάποια βιβλία παρουσιάζονται δημόσια. Κατά κανόνα από κάποιους ειδικούς του συναφούς πεδίου. Αυτοί υποτίθεται πως έχουν διεξέλθει το βιβλίο και συμφωνούν να το συστήσουν. Δέχονται να καταστούν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα σε εκείνο και στους υποψήφιους αναγνώστες του. Η συνήθεια είναι γόνιμη. Τα κλειδιά ανάγνωσης που προτείνονται στις συναφείς εκδηλώσεις μπορεί να συμβάλουν στη γνωριμία με το βιβλίο ή ακόμη και να εμπλουτίσουν τους ίδιους τους όρους ανάγνωσης.

Εδώ και καιρό έχει αναδειχθεί στα καθ’ ημάς μια ιδιόρρυθμη εκδοχή βιβλιοπαρουσίασης, χαρακτηριστική του κυρίαρχου δημόσιου ήθους: πολιτικά στελέχη περιωπής συνευρίσκονται για να ομονοήσουν επί της απαράμιλλης αξίας του παρουσιαζόμενου βιβλίου. Η συνήθεια ωφελεί: τα πολιτικά στελέχη επιδεικνύουν πνευματικότητα και οι συγγραφείς εύρος απήχησης. Εκείνο που δεν ωφελείται είναι το ίδιο το βιβλίο. Γιατί τα φώτα της δημοσιότητας που περιβάλλουν την αντίστοιχη εκδήλωση -χωρίς αυτά η εκδήλωση δεν θα είχε νόημα- αφήνουν το τελευταίο στο σκοτάδι. Του αξίζει τέτοια μεταχείριση; Δεν μπορούμε να αποφανθούμε γενικώς και αδιακρίτως. Αλλά έτσι ή αλλιώς scripta manent.

http://www.avgi.gr/article/2282167/peri-biblion

Ο Richard Kearny για τον Ιησού-ξένο

Σχολιάστε

544Ένα σημαντικό απόσπασμα από το άρθρο του Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα«, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη» (τεύχος 15, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2013):

[Νέα Ευθύνη, τ.15, σελ.111] (…) Όπως μας διδάσκουν οι σπουδαίες ιστορίες της Βίβλου, από τον Αβραάμ που τάισε τους τρεις ξένους μέχρι τον Ιησού- ξένο, που τάισε τους οικοδεσπότες του στην Εμμαούς, η μετουσίωση [μεταβολή]* του άρτου και του οίνου είναι πρωταρχικά μετουσίωση [μεταβολή]* της  εχθρότητας σε φιλοξενία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη  πρόκληση για τη Χριστιανοσύνη στο μέλλον, όπως ήταν άλλωστε και στο παρελθόν.

Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα», μετάφραση: Ούρσουλα Φώσκολου, στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τεύχος 15, Ιαν.- Φεβρ.2013, σελ. 109-111 (εδώ: σελ.111).

——————————-
*[Σημ. δική μας: προτιμητέος κατά την γνώμη μας ο όρος «μεταβολή» αντί «μετουσίωση»]

Οικονομική κρίση και εκδοτική ποιότητα (ακριβή η τιμή του βιβλίου, χειρίστης ποιότητος το χαρτί του)

Σχολιάστε

2FC5C87E1C150E0CB8CD4E5335452972

Στην αρχή της χρονιάς είχαμε αναδημοσιεύσει το ενδιαφέρον άρθρο του Ανταίου Χρυσοστομίδη «Εκδότες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης»  (Αυγή, 15-1-2012). Σ’ αυτό ο συγγραφέας ανέλυε διεξοδικά τις επιπτώσεις της κρίσης στο χώρο του βιβλίου. Μεταξύ άλλων ο συγγραφέας εξηγούσε τους λόγους που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί πολιτική «βιβλίων τσέπης» με φθηνό χαρτί:

[…]Τις προάλλες δημοσιογράφος κυριακάτικης εφημερίδας αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούμε να έχουμε κι εδώ βιβλία τσέπης με φτηνό χαρτί και φτηνή τιμή όπως στο εξωτερικό. Το ίδιο ερωτηματικό γεννήθηκε και σε ιδιοκτήτρια μεγάλου βιβλιοπωλείου της Αθήνας, που προφανώς είχε διαβάσει το άρθρο του συναδέλφου. Σαν να μην ήξεραν και οι δύο, παρά τα χρόνια που έχουν ζήσει ανάμεσα σε βιβλία, μερικές βασικές αλήθειες: Κατ’ αρχάς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα βιβλία στο εξωτερικό βγαίνουν με χοντρό εξώφυλλο και πολύ ακριβότερη από την ελληνική τιμή. Αν έχουν εμπορική επιτυχία, τότε ναι, φωτογραφίζονται (δηλαδή με μηδενικό επιπλέον κόστος) και βγαίνουν σε βιβλία τσέπης. Δεύτερον: Στο εξωτερικό υπάρχουν οι μηχανές βαθυτυπίας που, σε σχέση με τις μηχανές όφσετ, είναι πολύ φτηνές και γρήγορες. Σου ξεπετάνε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε μερικά λεπτά. Όταν λοιπόν το κανονικό τιράζ ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι μόλις 2.000 αντίτυπα, ενώ, αντίστοιχα, στο εξωτερικό -μιλάμε πάντα για τις εμπορικές επιτυχίες που μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα γίνονται και βιβλία τσέπης- ξεκινούν με 100.000, είναι φανερό ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Η βαθυτυπία δεν «σηκώνει» 2.000 αντίτυπα, χρειάζονται οι μηχανές όφσετ. Βιβλίο τσέπης σημαίνει πολλούς αναγνώστες, γι’ αυτό και μετά τα Βίπερ όσοι εκδότες προσπάθησαν να δοκιμάσουν, επέστρεψαν γρήγορα στο γνωστό, μπαστάρδικο ελληνικό τρόπο βιβλίου που δεν έχει ούτε το σκληρό εξώφυλλο και την άψογη εμφάνιση των ξένων βιβλίων ούτε την οικονομική λύση των -ευτελών- βιβλίων τσέπης[…].

Ωστόσο το τελευταίο διάστημα παρατηρώντας ως απλός αναγνώστης τις νέες εκδόσεις διαπιστώνω μια «υβριδική» κατάσταση: οι τιμές των νέων εκδόσεων να «ανεβαίνουν» με παράλληλη έκπτωση στην ποιότητα της εκδόσεως (σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις η ποιότητα του χαρτιού είναι χειρότερη και από το εφημεριδόχαρτο). Δοκιμάστε το βάρος των νέων εκδόσεων και θα εκπλαγείτε! Είναι τόσο ελαφρά τα βιβλία με το κακής ποιότητος χαρτί που νομίζεις ότι σηκώνεις καρφίτσα. Και το ζήτημα πλέον είναι το εξής: με ενδιαφέρει το περιεχόμενο μιας νέας εκδόσεως, αλλά η ποιότητα του χαρτιού είναι χειρίστη. Τι κάνω; Το αγοράζω κι ας είναι η σχέση ποιότητας/τιμής εις βάρος του αναγνώστη; Το αγνοώ; Κι αν ο εκδότης δεν είχε τη δυνατότητα να το βγάλει με καλύτερο χαρτί; Προσωπικά δεν έχω αγοράσει ορισμένες νέες εκδόσεις λόγω της κακής ποιότητας του χαρτιού. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που το βιβλίο με ενδιαφέρει τόσο πολύ ώστε προβαίνω στην αγορά του παρά την κακή ποιότητα του χαρτιού.

Εσείς, φίλοι αναγνώστες, τη γνώμη έχετε; Περιμένουμε τα σχόλια σας , ευελπιστώντας ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί ή τουλάχιστον οι τιμές θα διαμορφωθούν ανάλογα με την ποιότητα της εκάστοτε εκδόσεως.

Ο Ζήσης Παπαδημητρίου για το βιβλίο του Karl Heinz Roth,» H Ελλάδα και η κρίση. Τι έγινε και τι μπορεί να γίνει»

1 σχόλιο

KARL HEINZ ROTH, H Ελλάδα και η κρίση. Τι έγινε και τι μπορεί να γίνει, μετάφραση Δημήτρη Λάμπου, Εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN:978-960-9488-32-7.
Παραθέτουμε την βιβλιοκριτική του Ζήση Παπαδημητρίου που δημοσιεύθηκε στις 20-10-2012 στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Αυγής:

Μια φωνή από τη Γερμανία

ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Στις αρχές του καλοκαιριού κυκλοφόρησε στη Γερμανία από τον γνωστό εκδοτικό οίκο VSA του Αμβούργου το βιβλίο του Κάρλ Χάϊντς Ροτ, με τίτλο “Griechenland. Was tun?”. O Ροτ, γιατρός στο επάγγελμα, έγκριτος ιστορικός και διευθυντής του Ιδρύματος για τη Μελέτη της Κοινωνικής Ιστορίας του 20ού και 21ου Αιώνα που εδρεύει στη Βρέμη, υπήρξε ως φοιτητής ηγετικό στέλεχος της Σοσιαλιστικής Φοιτητικής Γερμανικής Ένωσης (SDS) την εποχή του κινήματος διαμαρτυρίας τη δεκαετία του ‘60. Βαθύς γνώστης της ιστορίας του λαού μας, λάτρεψε και λατρεύει τη χώρα μας, έτοιμος πάντα να συγκρουστεί με τα κατεστημένα γερμανικά συμφέροντα που θέλουν την Ελλάδα προτεκτοράτο.
Παρακολουθώντας, εδώ και χρόνια ανελλιπώς τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, καταγράφει και αναλύει, με απόλυτα εμπεριστατωμένο τρόπο, την οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την εμφάνιση της κρίσης, επισημαίνοντας και σχολιάζοντας κριτικά τα βασικά αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Για τον συγγραφέα, η κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα είναι κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και της  Ευρώπης ειδικότερα, η οποία, όπως άλλωστε και οι ΗΠΑ, λειτούργησε ως Ελντοράντο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο έχει επιβληθεί πλήρως στην πραγματική οικονομία, μετατρέποντας τις κυβερνήσεις των χωρών σε άβουλα εκτελεστικά όργανα του τραπεζικού συστήματος και των κερδοσκόπων.
Χωρίς να υποτιμά τα δομικά προβλήματα που ταλανίζουν εδώ και δεκαετίες την ελληνική οικονομία και κοινωνία, με κυρίαρχο το πελατειακό σύστημα, ο συγγραφέας αποκαλύπτει και σχολιάζει με καυστικό τρόπο τις διαχρονικές ευθύνες της Γερμανίας για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως τονίζει, με τη βοήθεια των ντόπιων μεταπρατών πέρασε κυριολεκτικά υπό τον έλεγχο μιας ανελέητης υπερεθνικής νεοϊμπεριαλιστικής μαφίας.
Στη συνέχεια, ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει με εξονυχιστικό τρόπο την πορεία των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα, από το 2008 και εντεύθεν, αποδεικνύοντας πως η χώρα βιώνει έκτοτε μια de facto αναγκαστική διαχείριση, με κύριο στόχο όχι την ανάπτυξη αλλά την εξυπηρέτηση του χρέους και την αποπληρωμή των δανειστών της. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η εσπευσμένη επικύρωση του πρώτου προγράμματος λιτότητας […] πραγματοποιήθηκε χάρη στον παραμερισμό πολλών συνταγματικών ρυθμίσεων οι οποίες στέκονταν εμπόδιο στην εγκαθίδρυση μιας εκ των πραγμάτων de facto αναγκαστικής διαχείρισης». Καταγγέλλει, μάλιστα, την πολιτική τάξη στην Ελλάδα, ότι συνειδητά συνεργάστηκε με την Τρόικα «για την παράκαμψη των θεσμών και των δομών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» (σελ. 91), ευτελίζοντας το πολιτικό σύστημα της χώρας και ανοίγοντας διάπλατα  μονοπάτια για τους επίδοξους νεοναζί, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την απόγνωση αλλά και την άγνοια των απλών ανθρώπων υποσκάπτουν συστηματικά τα θεμέλια του έστω και κολοβού κοινοβουλευτικού συστήματος.
Αφού σχολιάσει άκρως εμπεριστατωμένα και την πολιτική των αριστερών κομμάτων στη χώρα μας, ο συγγραφέας στο «διά ταύτα» θεωρεί πως η όποια προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κρίσης και τη διατύπωση εναλλακτικών λύσεων οφείλει να είναι «διακρατική, αντικαπιταλιστική  και να βασίζεται στη λαϊκή δημοκρατία» (σελ. 120). Απομονωμένες πρωτοβουλίες σε εθνικό και μόνον επίπεδο είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Ήρθε η ώρα για μια νέα αρχή. Με αφορμή την ελληνική κρίση, η Αριστερά και κυρίως η ευρωπαϊκή Αριστερά καλείται να δραστηριοποιηθεί ενάντια στα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του πολυεθνικού κεφαλαίου, που οδηγούν το πλανήτη μας στην καταστροφή. «Δεν μπορούμε απλά να παραιτηθούμε και να παρακολουθήσουμε με σταυρωμένα χέρια αυτές τις πρακτικές των κυρίαρχων ελίτ, καθώς αυτές επιταχύνουν την έμφυτη τάση του καπιταλιστικού συστήματος προς την αυτοκαταστροφή. Πρέπει να σταματήσουμε επειγόντως αυτή την εξέλιξη και να αντιμετωπίζουμε τους σχεδιαστές και τους εφαρμοστές των προγραμμάτων λιτότητας με μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση» (σελ 123), που δεν μπορεί να είναι άλλη από τον ανελέητο αγώνα ενάντια στο βάρβαρο  καπιταλιστικό σύστημα.
Αξίζει να σημειωθεί, πως το βιβλίο αυτό του Καρλ Χάϊντς Ροτ αποτελεί πλέον στη Γερμανία το ευαγγέλιο όλων εκείνων που βρίσκονται δίπλα στη χώρα μας και συμπάσχουν με το δοκιμαζόμενο εργαζόμενο ελληνικό λαό. Σε συνεργασία με τις κατά τόπους Ελληνικές Κοινότητες, το βιβλίο έχει παρουσιαστεί και συνεχίζει να παρουσιάζεται σε πολλές πόλεις της Γερμανίας ξεσηκώνοντας κύμα αλληλεγγύης με την Ελλάδα.
———————————-

Ο Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου είναι ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_2135.html

Εκδότες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

1 σχόλιο

του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Πηγή: Η ΑΥΓΗ, 15-1-2012

Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει ένα από τα αγαπημένα θέματα των δημοσιογράφων που ασχολούνται με το βιβλίο και τα πολιτιστικά θέματα γενικότερα. Η κρίση και το βιβλίο, η κρίση πάνω από το βιβλίο, το βιβλίο κάτω από την κρίση, το βιβλίο μέσα στην κρίση. Δεκάδες μικρά και μεγάλα άρθρα, μερικά σοβαρά, άλλα όχι, κάποια κατατοπιστικά, άλλα καθόλου, που προσπαθούν να ανιχνεύσουν μια κατάσταση που ανησυχεί όλους όσοι δουλεύουν στον χώρο αυτόν αλλά και όσους αγαπούν το βιβλίο ως απλοί αναγνώστες. Είναι αλήθεια, ένας από τους λίγους χώρους που στην Ελλάδα λειτουργούσε καλά, τώρα κινδυνεύει να γίνει από τους πιο εμβληματικούς χώρους της κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα.

Λειτουργούσε καλά; Αν η διαπίστωση αυτή υπονοεί έναν χώρο που λειτουργούσε ορθολογικά, με θεσμοθετημένους κανόνες, με έλεγχο και με αυτοέλεγχο, με επαγγελματική συνέπεια, καθώς και με οργανωμένη παραγωγή και διακίνηση, όχι, ο χώρος του βιβλίου, στην Ελλάδα, δεν λειτούργησε ποτέ σωστά. Αν όμως η διαπίστωση αφορά έναν χώρο που, σε σύγκριση με άλλους τομείς της ελληνικής αγοράς και παρά τις πολλές αδυναμίες του, είχε αξιοθαύμαστη δυναμικότητα, μπορούσε να παρακολουθεί τι συμβαίνει στο εξωτερικό, να προωθεί σχετικά αποτελεσματικά τα προϊόντα του, να δίνει μάχες και να τις κερδίζει, τότε ναι, ο χώρος του βιβλίου ήταν ένας ζωντανός οργανισμός.

***

Οι αδυναμίες πολλές αλλά όχι αυτές που πολλοί δημοσιογράφοι καταλογίζουν στον χώρο. Δεν είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι η κρίση ήταν μοιραίο να ενσκήψει επειδή υπήρχε υπερπαραγωγή βιβλίων: η Ελλάδα όχι μόνο δεν ξεπέρασε αλλά ούτε έφτανε, αναλογικά, τα ποσοστά βιβλίων που παράγονται και διακινούνται κάθε χρόνο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – και στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται και συγγενικές χώρες όπως η Ιταλία, όπου όλοι επίσης γκρινιάζουν ότι ο κόσμος δεν διαβάζει αρκετά.

Δεν είναι, επίσης, αλήθεια ότι το ελληνικό βιβλίο είναι (ή ήταν) ακριβό προϊόν. Κατ’ αρχάς σε μια χώρα όπου οποιαδήποτε ταβέρνα δεν κοστίζει λιγότερο από 20 ευρώ κι ένα ποτό σε ένα μέτριο μπαρ 10 ευρώ, το βιβλίο των 10, 15, 20, άντε και 25 ευρώ για τα πολυσέλιδα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβό, αν κρίνουμε τη διάρκεια (αλλά και την ποιότητα) της απόλαυσης που προσφέρει σε σχέση με μια μπριζόλα ή ένα τζιν τόνικ. Άλλωστε, εδώ το κόστος δεν έχει σχέση με τη μάρκα, ο Σαραμάγκου δεν πουλιέται ακριβότερα από τη Μαντά επειδή γράφει καλύτερη λογοτεχνία. Τα κόστη στα βιβλία έχουν σχέση βεβαίως με το χαρτί ή την καλή βιβλιοδεσία, αλλά κυρίως με την καλή μετάφραση, την καλή επιμέλεια, τη φροντισμένη γενικά έκδοση ενός βιβλίου. Ήδη οι μεταφραστές, σε αυτή τη χώρα, πληρώνονται λιγότερο (πολύ λιγότερο) από τους συναδέλφους τους στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αφού τα τιράζ εδώ είναι αναγκαστικά μικρά και οι καλοί λογαριασμοί μπορεί να κάνουν καλούς φίλους αλλά σίγουρα δεν παράγουν καλά βιβλία.

(Τις προάλλες δημοσιογράφος κυριακάτικης εφημερίδας αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούμε να έχουμε κι εδώ βιβλία τσέπης με φτηνό χαρτί και φτηνή τιμή όπως στο εξωτερικό. Το ίδιο ερωτηματικό γεννήθηκε και σε ιδιοκτήτρια μεγάλου βιβλιοπωλείου της Αθήνας, που προφανώς είχε διαβάσει το άρθρο του συναδέλφου. Σαν να μην ήξεραν και οι δύο, παρά τα χρόνια που έχουν ζήσει ανάμεσα σε βιβλία, μερικές βασικές αλήθειες: Κατ’ αρχάς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα βιβλία στο εξωτερικό βγαίνουν με χοντρό εξώφυλλο και πολύ ακριβότερη από την ελληνική τιμή. Αν έχουν εμπορική επιτυχία, τότε ναι, φωτογραφίζονται (δηλαδή με μηδενικό επιπλέον κόστος) και βγαίνουν σε βιβλία τσέπης. Δεύτερον: Στο εξωτερικό υπάρχουν οι μηχανές βαθυτυπίας που, σε σχέση με τις μηχανές όφσετ, είναι πολύ φτηνές και γρήγορες. Σου ξεπετάνε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε μερικά λεπτά. Όταν λοιπόν το κανονικό τιράζ ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι μόλις 2.000 αντίτυπα, ενώ, αντίστοιχα, στο εξωτερικό -μιλάμε πάντα για τις εμπορικές επιτυχίες που μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα γίνονται και βιβλία τσέπης- ξεκινούν με 100.000, είναι φανερό ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Η βαθυτυπία δεν «σηκώνει» 2.000 αντίτυπα, χρειάζονται οι μηχανές όφσετ. Βιβλίο τσέπης σημαίνει πολλούς αναγνώστες, γι’ αυτό και μετά τα Βίπερ όσοι εκδότες προσπάθησαν να δοκιμάσουν, επέστρεψαν γρήγορα στο γνωστό, μπαστάρδικο ελληνικό τρόπο βιβλίου που δεν έχει ούτε το σκληρό εξώφυλλο και την άψογη εμφάνιση των ξένων βιβλίων ούτε την οικονομική λύση των -ευτελών- βιβλίων τσέπης.

***

Πώς όμως εκφράζεται σήμερα η κρίση στον χώρο του βιβλίου;

Κατ’ αρχάς υπάρχει σημαντική πτώση του αριθμού πωλήσεων, πτώση που κυμαίνεται γύρω στα 30-35%. Οι Έλληνες, που έτσι κι αλλιώς δεν έμαθαν ποτέ τους να διαβάζουν (ακόμα κι ο αριθμός των βιβλίων που διαβάζει ένας τυπικός Έλληνας διανοούμενος είναι εντυπωσιακά μικρότερος από αυτόν ενός Ιταλού π.χ. διανοουμένου), εξακολουθούν να έχουν την αντίληψη ότι το βιβλίο αποτελεί είδος πολυτελείας, πράγμα που δεν θεωρεί για την μπίρα ή για τη βενζίνη του αυτοκινήτου του. Και επειδή η κρίση που ζούμε είναι εν πολλοίς και ψυχολογική, το βιβλίο κόβεται, κι ας έπρεπε θεωρητικώς να έχει αύξηση, αφού όλοι έχουμε μειώσει τις εξόδους μας και αφού η τηλεόραση, φέτος περισσότερο από ποτέ, έχει ελάχιστα πράγματα να προσφέρει.

Αρνητική και επικίνδυνη η μείωση των πωλήσεων, αλλά δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Ή, για να είμαστε πιο σαφείς, δεν είναι αυτό το σοβαρότερο πρόβλημα.

***

Οι σχέσεις εκδοτών και βιβλιοπωλών, στην Ελλάδα, ήταν πάντα περίεργες. Σε όλο τον κόσμο οι εκδότες μοιράζονται τα κόστη, τις ευθύνες και τα κέρδη με τους βιβλιοπώλες. Όχι πως έχουν κοινές εταιρείες ή είναι συνέταιροι. Απλώς οι βιβλιοπώλες, στο εξωτερικό, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την προώθηση των βιβλίων, γίνονται συμμέτοχοι και συνυπεύθυνοι στον κύκλο της διακίνησης του βιβλίου, έχουν έναν δικό τους χαρακτήρα, δημιουργούν κι αυτοί τους δικούς τους αναγνώστες-αγοραστές. Εδώ, ποιος ξέρει γιατί και πώς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι βιβλιοπώλες είναι απλώς μεσάζοντες που ενδιαφέρονται για το πώς θα αυξήσουν τα ποσοστά τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν πληρώνουν ούτε ένα ευρώ για την προβολή των βιβλίων, θεωρούν ότι είναι, κι αυτή, δουλειά του εκδότη. Πληρώνονται τις βιτρίνες τους, διότι έτσι έμαθαν ότι κάνουν και τα σουπερμάρκετ με τα ράφια που βρίσκονται στο ύψος του ανθρώπινου ματιού. Και συχνά συμβαίνει το παράδοξο να τους πηγαίνεις π.χ. αφίσες και να μην τις δέχονται διότι… δεν έχουν χώρο να τις βάλουν. Όσο για τις λίστες των ευπώλητων βιβλίων που παραδίδουν στις εφημερίδες, αυτές έχουν περισσότερη σχέση με την αντίληψη που έχουν για τις δημόσιες σχέσεις με τους εκδότες παρά με τις πραγματικές τους πωλήσεις.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε κι εδώ την εξάπλωση βιβλιοπωλικών αλυσίδων. Γίγαντες με πήλινα πόδια, τα νέα βιβλιοπωλεία που απλώθηκαν σε όλη τη χώρα, δεν έφεραν νέους αναγνώστες και δεν είχαν τα ποθητά αποτελέσματα. Έτσι κάποιες μεγάλες αλυσίδες άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα. Με την κρίση άρχισαν να κλείνουν βιβλιοπωλεία που είχαν ανοίξει μόλις πριν ένα ή δύο χρόνια. Κι άρχισαν να χρωστάνε στους εκδότες χρήματα από βιβλία που είχαν ήδη πουλήσει.

Οι εκδότες, από την άλλη, φοβούμενοι ότι αν κλείσουν τα βιβλιοπωλεία, δεν θα έχουν πλέον σημεία πώλησης των βιβλίων τους, ανέχτηκαν μια τέτοια κατάσταση. Όταν όμως η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη, κι όταν ήταν πλέον φανερό ότι πολλοί μπορούν να εκμεταλλεύονται την ίδια τους την κρίση, ήταν ήδη αργά: τα χρέη κάποιων βιβλιοπωλών σε όλους τους εκδότες μετράνε σήμερα πολλά μηδενικά, υπερβολικά πολλά μηδενικά. Οι ίδιοι οι εκδότες, που βλέπανε τα βιβλία τους να πουλιούνται αλλά να μην παίρνουν πίσω τα χρήματα από τις πωλήσεις, έριξαν -πού αλλού;- το βάρος στους εργαζόμενους και στους πιστωτές τους. Με αποτέλεσμα όλο το σύστημα να κινδυνεύει να καταρρεύσει από τη μια στιγμή στην άλλη.

***

Στην Ελλάδα οι επιχειρηματίες έχουν μάθει τον καιρό των παχιών αγελάδων να βγάζουν χρήματα, να τα κάνουν οικόπεδα ή να τα στέλνουν στην Ελβετία. Όταν όμως οι αγελάδες αδυνατίζουν, κανένας δεν βάζει το χέρι στην τσέπη. Στους βιβλιοπώλες που χρωστάνε αυτή τη στιγμή τα μαλλιά της κεφαλής τους (φωτεινές εξαιρέσεις, ας το γράψουμε κι αυτό, από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας ο Ιανός και η Πολιτεία, που πληρώνουν κανονικά τα βιβλία που πουλάνε), συγκαταλέγονται γόνοι μεγάλων αστικών οικογενειών ή επιχειρηματίες που έγιναν γνωστοί από το τίποτα βγάζοντας λεφτά -καθώς λέγεται- ακόμα και με τη συνδρομή πολιτικών κομμάτων ή μεγάλων δημοσιογραφικών οργανισμών. Τους ανθρώπους αυτούς, χρηματοδοτούν αυτή τη στιγμή, με τους όχι υψηλούς μισθούς τους, οι εργαζόμενοι στους διάφορους χώρους του βιβλίου, αφού, όταν δεν απολύονται, πληρώνονται καθυστερημένα και ευκαιριακά. Οι εκδότες, που θα έπρεπε να τους προστατεύσουν, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα συμφέροντά τους, δεν συνασπίζονται μεταξύ τους ώστε να βρουν μια κοινή γραμμή αντιμετώπισης του προβλήματος, διότι κανείς δεν έχει εμπιστοσύνη στον άλλο.

Έτσι, μετά την οικονομική και ψυχολογική κρίση, υπάρχει και μια βαθύτατη ηθική κρίση στον χώρο του βιβλίου. Οι γιορτές που πέρασαν είδαν τους εκδότες, παρά τα προβλήματα, να βγάζουν νέα και καλά βιβλία και τον κόσμο να γεμίζει -επιτέλους!- τα βιβλιοπωλεία. Μέχρι τη στιγμή όμως που γράφονται αυτές οι γραμμές, η κατάσταση με κάποιους μεγάλους βιβλιοπώλες δεν έχει αλλάξει. Λέγεται ότι κάθονται τα βράδια μπροστά στο τζάκι, με κατεβασμένες κουρτίνες, και μετράνε τα χρήματα που βάζουν στην άκρη έτσι ώστε, όταν περάσει με το καλό η κρίση, να έχουν ένα γερό κομπόδεμα και να ξεχυθούν στην αγορά με νέες επιχειρησιακές πρωτοβουλίες. Καλό κι αυτό, αρκεί μέχρι τότε να υπάρχει αγορά βιβλίου στην Ελλάδα.

Αρέσει σε %d bloggers: