2FC5C87E1C150E0CB8CD4E5335452972

Στην αρχή της χρονιάς είχαμε αναδημοσιεύσει το ενδιαφέρον άρθρο του Ανταίου Χρυσοστομίδη «Εκδότες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης»  (Αυγή, 15-1-2012). Σ’ αυτό ο συγγραφέας ανέλυε διεξοδικά τις επιπτώσεις της κρίσης στο χώρο του βιβλίου. Μεταξύ άλλων ο συγγραφέας εξηγούσε τους λόγους που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί πολιτική «βιβλίων τσέπης» με φθηνό χαρτί:

[…]Τις προάλλες δημοσιογράφος κυριακάτικης εφημερίδας αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούμε να έχουμε κι εδώ βιβλία τσέπης με φτηνό χαρτί και φτηνή τιμή όπως στο εξωτερικό. Το ίδιο ερωτηματικό γεννήθηκε και σε ιδιοκτήτρια μεγάλου βιβλιοπωλείου της Αθήνας, που προφανώς είχε διαβάσει το άρθρο του συναδέλφου. Σαν να μην ήξεραν και οι δύο, παρά τα χρόνια που έχουν ζήσει ανάμεσα σε βιβλία, μερικές βασικές αλήθειες: Κατ’ αρχάς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα βιβλία στο εξωτερικό βγαίνουν με χοντρό εξώφυλλο και πολύ ακριβότερη από την ελληνική τιμή. Αν έχουν εμπορική επιτυχία, τότε ναι, φωτογραφίζονται (δηλαδή με μηδενικό επιπλέον κόστος) και βγαίνουν σε βιβλία τσέπης. Δεύτερον: Στο εξωτερικό υπάρχουν οι μηχανές βαθυτυπίας που, σε σχέση με τις μηχανές όφσετ, είναι πολύ φτηνές και γρήγορες. Σου ξεπετάνε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε μερικά λεπτά. Όταν λοιπόν το κανονικό τιράζ ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι μόλις 2.000 αντίτυπα, ενώ, αντίστοιχα, στο εξωτερικό -μιλάμε πάντα για τις εμπορικές επιτυχίες που μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα γίνονται και βιβλία τσέπης- ξεκινούν με 100.000, είναι φανερό ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Η βαθυτυπία δεν «σηκώνει» 2.000 αντίτυπα, χρειάζονται οι μηχανές όφσετ. Βιβλίο τσέπης σημαίνει πολλούς αναγνώστες, γι’ αυτό και μετά τα Βίπερ όσοι εκδότες προσπάθησαν να δοκιμάσουν, επέστρεψαν γρήγορα στο γνωστό, μπαστάρδικο ελληνικό τρόπο βιβλίου που δεν έχει ούτε το σκληρό εξώφυλλο και την άψογη εμφάνιση των ξένων βιβλίων ούτε την οικονομική λύση των -ευτελών- βιβλίων τσέπης[…].

Ωστόσο το τελευταίο διάστημα παρατηρώντας ως απλός αναγνώστης τις νέες εκδόσεις διαπιστώνω μια «υβριδική» κατάσταση: οι τιμές των νέων εκδόσεων να «ανεβαίνουν» με παράλληλη έκπτωση στην ποιότητα της εκδόσεως (σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις η ποιότητα του χαρτιού είναι χειρότερη και από το εφημεριδόχαρτο). Δοκιμάστε το βάρος των νέων εκδόσεων και θα εκπλαγείτε! Είναι τόσο ελαφρά τα βιβλία με το κακής ποιότητος χαρτί που νομίζεις ότι σηκώνεις καρφίτσα. Και το ζήτημα πλέον είναι το εξής: με ενδιαφέρει το περιεχόμενο μιας νέας εκδόσεως, αλλά η ποιότητα του χαρτιού είναι χειρίστη. Τι κάνω; Το αγοράζω κι ας είναι η σχέση ποιότητας/τιμής εις βάρος του αναγνώστη; Το αγνοώ; Κι αν ο εκδότης δεν είχε τη δυνατότητα να το βγάλει με καλύτερο χαρτί; Προσωπικά δεν έχω αγοράσει ορισμένες νέες εκδόσεις λόγω της κακής ποιότητας του χαρτιού. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που το βιβλίο με ενδιαφέρει τόσο πολύ ώστε προβαίνω στην αγορά του παρά την κακή ποιότητα του χαρτιού.

Εσείς, φίλοι αναγνώστες, τη γνώμη έχετε; Περιμένουμε τα σχόλια σας , ευελπιστώντας ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί ή τουλάχιστον οι τιμές θα διαμορφωθούν ανάλογα με την ποιότητα της εκάστοτε εκδόσεως.

Advertisements