Κώστας Ζουράρις, Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας

Προπονητική για το πολίτευμα της υπεραναρχίας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-527-589-1.

του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του βιβλίο ο Κ. Ζουράρις ασχολείται με το καθ’ ημάς πολίτευμα της κοινοβιακής «Υπεραναρχίας».  Βαθύς γνώστης του τρόπου μας, μακριά από «νεωτερικούς» ακκισμούς, φιοριτούρες και λοιπές κενολογίες εξηγεί αναλυτικά το τι συνεπάγεται η μοναχική αναχώρηση πολιτειακά, πολιτικά , φιλοσοφικά, ιλιαδορωμέηκα και όχι μόνο, πάντα με το γνωστό του ύφος.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Τούτη τη στιγμή, όπως και για όλες τις μεθυστερο-πρωθύστερες, το αγιορείτικο πολίτευμα είναι το πιο πόστ μόντερν πιασάρικο στέκι, αν θές να πάψει η νεύρωσική σου ανθρωπαρέσκεια και να μάθεις, επιτέλους, πως είσαι μοναδικός, γιατί » ζης από την ανάσα κάποιου άλλου «. Κι αυτός ο Άλλος » είν’ ευεργέτης μου μεγάλος «: ο Μοναχός της αγιορειτικής υπεραναρχίας (βλ. και σελ. 165-166).

«Προαγέτης» του βιβλίου ο γνωστός καθηγητής του ΑΠΘ Λ. Ι. Σιάσος, γράφει «Μικρόν Εισοδικόν εις το θεοπαράδοτον πολίτευμα των αγγελομόρφων παλαιστών…» (σελ. 9-44). Το κείμενο του είναι βαθυστόχαστο και εισάγει τον αναγνώστη στην ησυχαστική τριβή και το μοναχικό ιδεώδες της καθ’  ημάς Ανατολής.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει  το κομμάτι Ε’ -ΣΤ’ , που επιγράφεται «Η ειρκτή της προσευχής, η πλατεία της θεολογίας». Εδώ ο Λ. Ι. Σιάσος φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικότατο χωρίο του αγίου Διαδόχου Φωτικής, το οποίο και αναλύει με μοναδικό τρόπο (σελ. 30 -40).

Έπεται η Εισαγωγή του βιβλίου που διαλαμβάνει τα  «Προπονητικά πρότερα και εισόδια περί το υπεραναρχικό πολίτευμα» (σελ.47-53). Ακολουθούν τα πέντε μέρη του βιβλίου (σελ. 57-217).

Στο πρώτο μέρος  (σελ. 57-91) το συγγραφέα απασχολεί το ζήτημα της ελευθερίας σε συνάρτηση με  το μοναχικό άθλημα. Στην έρημο οι «αρνητές Αντάρτες που έφτυσαν την κίβδηλη μετάνοια του Καίσαρος»   (σελ.  66) εγκαθιδρύουν το «Υπεραναρχικό πολίτευμα» (ό. π.). Όντες πραγματικοί επαναστάτες έχουν διδαχθεί από τον Ηράκλειτο ότι « δεν μπορούν οι αδικημένοι να καθαίρονται δ’ ἄλλω αἵματι, διότι τότε κι αυτοί καταντούν μἱαινόμενοι » (σελ.69).  Πήγαν στην έρημο » ἐν ἀφελότητι καρδίας, όπως εκείνοι οι αφελείς ης αγαπης, των πρώτων χριστιανικών κοινοβίων» (ό.π.). Έπειτα ο συγγραφέας αναλύει την προχριστιανική διάσταση της αναχώρησης στο ελληνικό γίγνεσθαι. Η αναχώρηση δεν ήταν άγνωστη στον ελληνικό τρόπο (σελ. 71-79). Ακολουθεί το ελληνικό προπονητικό αρχέτυπον (σελ. 81-91).

Στο δεύτερο μέρος (σελ. 93-126) αναλύεται η πρόσληψη του προπονητικού αρχετύπου: γίνεται λόγος για τον πρωταθλητισμό της πτωχείας, της αγάπης, της ισοπολιτείας και της ακτημοσύνης με γνώμονα τη Φιλοκαλία που αποτελεί το «προσωποκεντρικόν του ανθρωποκεντρικού» (σελ.98). Έπεται το της «Φιλοκαλίας δυσανάβατον» (σελ. 109-122). Εξηγείται επαρκώς γιατί υπάρχει συνεχώς το «εγώ» στη Φιλοκαλία (σελ. 110). Η Φιλοκαλία δεν είναι ατομοκεντρική, αλλά προσωποκεντρική, που «μας προπονεί, μας ασκεί στο Πρωτεύθυνον» :  «Τίς ἐστι λοιπὸν ὁ αἴτιος; Ἐγώ εἰμι ἡ αἰτία» (ό.π). Εν συνεχεία αναλύονται οι αναβαθμοί της φιλοκαλικής προπονητικής (σελ. 114-122). Το δεύτερο μέρος κλείνει  ένα υπέροχο κείμενο που αναφέρεται στην αγιογραφία των στρατιωτικών αγίων της ορθοδοξίας (σελ. 123-126).

Στο τρίτο μέρος που επιγράφεται «Υπάρχει το ασύντριφτο» (σελ. 129-156) ο συγγραφέας αναφέρεται στην καθημερινότητα του κοινοβιακού μοναχισμού, στους «πλούσιους της πτωχείας«, στην παγγενηά και την παγκοινιά, στη μοναχική υπακοή.

Στο τέταρτο μέρος (σελ. 157-203) υπάρχουν διάφορα κείμενα που εκφράζουν τη ζωντανή εμπειρία του συγγραφέα από την «πρωταθλητική μαρτυρία της κοινοβιακής υπεραναρχίας«. Είναι όλα τους ένα κι ένα. Προσωπικά ξεχώρισα το » Το τζιτζίκι, το θαύμα και το θαύμα» (σελ. 182-191). Στο ακριβώς επόμενο κείμενο («Ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…μετ’ οργής…») υπάρχει η εξής απίστευτη φράση:

Ο καπιταλιστής είναι τόσο άπληστος , ώστε σου πουλάει και το σκοινί για να τον κρεμάσεις (σελ.193).

Πέμπτο μέρος (σελ. 208-217) με τα λόγια του συγγραφέα: » Και έσχατον, ως νόστος των εσχάτων, Αίνος Κωστή Μοσκώφ« (βλ. εισαγωγή, σελ. 53) .

Το έργο κλείνει με μια  «περι που αυτοβιογραφία» (σελ. 209-217) του συγγραφέα.

Κλείνοντας οφείλουμε να πούμε ότι το  Φιλοκαλούμεν μετ’ ανταρσίας είναι ακατάλληλο για «εκσυγχρονιστές» και «ευρωλιγούρηδες». Αντίθετα είναι κατάλληλο για όσους ασχολούνται με την ελληνική ιδιοπροσωπία και τον καθ’ ημάς τρόπον, ήτοι την Παράδοση μας.

9 Ιουλίου 2010

 

Advertisements